Γ. Σταματιάδης για προσφυγή σε ΕΔΔΑ «Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε διπλό ρόλο και του κριτή και του κρινόμενου στην υπόθεση των υποκλοπών»

Δημοσιεύτηκε στις 27/08/2026 18:30

Γ. Σταματιάδης για προσφυγή σε ΕΔΔΑ «Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου  είχε διπλό ρόλο και του κριτή και του κρινόμενου στην υπόθεση των υποκλοπών»
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

 

«Είναι πραγματικά μια πληγή στο σώμα της Ελληνικής Δημοκρατίας ο χειρισμός της υπόθεσης Κουκάκη από το 2020 μέχρι το 2026», τόνισε στο Politica 89.8 και στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά» με τον Χρήστο Κώνστα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, Γιώργος Σταματιάδης, λίγες ώρες μετά την προσφυγή του πελάτη του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ο κ. Σταματιάδης περιέγραψε μια υπόθεση η οποία, όπως υποστήριξε, έφθασε σε «πλήρες αδιέξοδο» εντός της ελληνικής έννομης τάξης, με τον Θανάση Κουκάκη να προσφεύγει πλέον στο Στρασβούργο καταγγέλλοντας ότι δεν υπήρξε ανεξάρτητη, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση της διπλής παρακολούθησής του, τόσο μέσω της νόμιμης επισύνδεσης της ΕΥΠ όσο και μέσω του παράνομου λογισμικού Predator.

Στον πυρήνα της προσφυγής βρίσκεται, σύμφωνα με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δημοσιογράφου, το ζήτημα της αντικειμενικής αμεροληψίας και ειδικότερα ο ρόλος του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα. Ο κ. Σταματιάδης υποστήριξε ότι ο εισαγγελικός λειτουργός όφειλε να αυτοεξαιρεθεί από τη διαδικασία, καθώς είχε προηγούμενη άμεση εμπλοκή σε κρίσιμες υπηρεσιακές πράξεις που αφορούσαν την παρακολούθηση του Θανάση Κουκάκη.

«Έπαιξε τον διπλό ρόλο του κριτή και του κρινόμενου»

Όπως εξήγησε ο κ. Σταματιάδης, η δυνατότητα προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο άνοιξε μετά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων και την απόφαση να μην ανασυρθεί η δικογραφία και να μην επανεκκινήσει η ποινική διερεύνηση, παρά τα στοιχεία που, κατά την άποψη της πλευράς Κουκάκη, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία.

«Αυτή ήταν η τελευταία πράξη η οποία έκλεισε ουσιαστικά το παράθυρο για την ουσιαστική ποινική διερεύνηση της υπόθεσης από τις ελληνικές δικαστικές αρχές και μας έδωσε το δικαίωμα να προσφύγουμε σε μια ανώτερη δικαστική αρχή, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ανέφερε.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στην αρχή της αντικειμενικής αμεροληψίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο κ. Τζαβέλλας δεν θα έπρεπε να είχε επιληφθεί της υπόθεσης.

«Ο βασικός λόγος της προσφυγής είναι η μη αυτοεξαίρεση του εισαγγελικού λειτουργού από αυτή τη διαδικασία. Όταν διαβιβάστηκε ο φάκελος, όλη η ποινική δικογραφία που αριθμεί χιλιάδες σελίδες, κρίνουμε ότι θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί, γιατί είχε υπάρξει μάρτυρας σε προηγούμενο στάδιο της ίδιας διαδικασίας και, κυρίως, είναι αυτός ο εισαγγελέας ο οποίος είχε υπογράψει τις κρίσιμες άρσεις του απορρήτου των επικοινωνιών του πελάτη μας, του δημοσιογράφου Αθανασίου Κουκάκη».

Για τον κ. Σταματιάδη, επομένως, δημιουργήθηκε ένα μείζον ζήτημα καθώς ο ίδιος δικαστικός λειτουργός βρέθηκε, κατά την άποψη της πλευράς Κουκάκη, να αξιολογεί μια υπόθεση με την οποία είχε προηγουμένως συνδεθεί υπηρεσιακά.

«Ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση αυτή και όφειλε ο ίδιος, με βάση τα άρθρα 14 και 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αυτοεξαιρεθεί, να μην επιληφθεί της υπόθεσης, να δηλώσει κώλυμα και να ασχοληθεί κάποιος άλλος αρμόδιος δικαστικός λειτουργός».

Στο ερώτημα του Χρήστου Κώνστα εάν πρακτικά η θέση αυτή σημαίνει ότι ο εισαγγελικός λειτουργός κλήθηκε να κρίνει και προηγούμενες δικές του υπηρεσιακές πράξεις, ο κ. Σταματιάδης απάντησε καταφατικά, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στην ουσία της αμεροληψίας αλλά ακόμη και στην εικόνα που οφείλει να εκπέμπει η Δικαιοσύνη.

«Η νομολογία του Δικαστηρίου για την αντικειμενική αμεροληψία απαιτεί να μην υφίστανται γεγονότα εξακριβώσιμα και ικανά να δημιουργήσουν θεμιτές αμφιβολίες ως προς την ουδετερότητα και την αμεροληψία του δικαστικού οργάνου που αποφασίζει. Δεν έχει σημασία αν ο ίδιος αντλεί ουσιαστικό όφελος από την έκβαση της υπόθεσης, αλλά θα πρέπει η Δικαιοσύνη να δίνει την εντύπωση, την εικόνα ότι είναι απολύτως αμερόληπτη, απολύτως αντικειμενική απέναντι στους πολίτες που προσφεύγουν σε αυτήν».

Και ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός αμέσως μετά: «Από τη στιγμή που κλήθηκε να παίξει τον διπλό ρόλο του κριτή και του κρινόμενου, θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί».

«Βρεθήκαμε μπροστά σε πλήρες αδιέξοδο»

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θανάση Κουκάκη συνέδεσε ευθέως το ζήτημα αυτό με τη διπλή παρακολούθηση του δημοσιογράφου. Όπως υποστήριξε, η πλευρά του θεωρεί ότι η κρατική επισύνδεση μέσω ΕΥΠ και η μόλυνση με Predator δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως δύο απολύτως αποκομμένες υποθέσεις.

«Η διπλή παρακολούθηση του πελάτη μας, του κ. Κουκάκη, και μέσω της κρατικής επισύνδεσης της ΕΥΠ και μέσω του παράνομου λογισμικού Predator, που αναδείχθηκε με πολύ εμφατικό τρόπο κατά την ακροαματική διαδικασία, συνάπτονται. Η δική μας υπερασπιστική και νομική άποψη είναι αυτή και αυτή τη νομική θέση θα προβάλλουμε και θα τεκμηριώσουμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».

Ο κ. Σταματιάδης αποκάλυψε ακόμη ότι η πλευρά Κουκάκη είχε θέσει συγκεκριμένα ερωτήματα πριν από την έκδοση της τελικής εισαγγελικής πράξης, ζητώντας να πληροφορηθεί ποιος χειριζόταν τη δικογραφία και εάν υπήρχε προηγούμενη εμπλοκή του.

«Βρισκόμασταν στο απόλυτο σκοτάδι. Λίγες μέρες μετά μάθαμε ότι ήταν ο ίδιος που είχε αναλάβει την υπόθεση και εξέδωσε την πράξη. Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πλήρες αδιέξοδο. Δεν προβλέπεται κανένα άλλο εσωτερικό, εθνικό ένδικο μέσο ή ένδικο βοήθημα κατά της πράξης αυτής, δεν προβλέπεται καμία άλλη αποτελεσματική δικαστική προστασία υπέρ του πελάτη μας. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος παρά μόνο να καταφύγουμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».

«Όταν παρακολουθείται ένας δημοσιογράφος, αποκαλύπτονται οι πηγές του»

Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η τοποθέτηση του κ. Σταματιάδη για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η παρακολούθηση ενός δημοσιογράφου στην ελευθερία του Τύπου και στην προστασία των δημοσιογραφικών πηγών.

«Ένας δημοσιογράφος ο οποίος παρακολουθείται είτε από την ΕΥΠ με κρατική επισύνδεση είτε μέσω ενός παράνομου λογισμικού όπως είναι το Predator, οι δημοσιογραφικές πηγές του αποκαλύπτονται. Από εκείνη τη στιγμή και μετά κανένας πολίτης, κανένας ο οποίος θα θέλει να δώσει πληροφορίες στον κ. Κουκάκη, δεν θα τον εμπιστευτεί, θεωρώντας ότι είναι πάρα πολύ πιθανό να είναι ευάλωτος».

Υπενθύμισε μάλιστα ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζονται ως «θεματοφύλακες της Δημοκρατίας», επισημαίνοντας ότι η παρακολούθησή τους δημιουργεί συνέπειες που υπερβαίνουν το πρόσωπο του ίδιου του δημοσιογράφου και αγγίζουν τον πυρήνα της ελεύθερης ενημέρωσης.

Και το άρθρο 8 στην προσφυγή-«Το κράτος όφειλε να διερευνήσει αποτελεσματικά»

Η προσφυγή, όπως εξήγησε ο κ. Σταματιάδης, δεν περιορίζεται στο άρθρο 6 και στην αμεροληψία. Περιλαμβάνει και επίκληση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.

«Πέρα από το άρθρο 6 για την αντικειμενική αμεροληψία, προβάλλουμε και την παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αφορά την προστασία και τον σεβασμό της ιδιωτικής και της οικογενειακής του ζωής».

Κατά τον ίδιο, η νομολογία περί «θετικών υποχρεώσεων» επιβάλλει στο κράτος, όταν πλήττονται τέτοια θεμελιώδη δικαιώματα, να εξασφαλίζει αποτελεσματικές διαδικασίες διερεύνησης που να μπορούν να οδηγήσουν στον εντοπισμό και την ταυτοποίηση όλων όσοι εμπλέκονται.

«Είναι σαφές ότι στην περίπτωση του κ. Κουκάκη αυτό δεν έχει συμβεί. Το ελληνικό κράτος δεν του έχει εγγυηθεί την εφαρμογή του άρθρου αυτού στη συγκεκριμένη περίπτωση μέσω μιας αποτελεσματικής ποινικής διερεύνησης της παραβίασης των δικαιωμάτων του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή».

«Από το 2020 μέχρι το 2026 δεν έχει πάρει απάντηση γιατί παρακολουθήθηκε»

Ο κ. Σταματιάδης αναφέρθηκε και στην παράλληλη δικαστική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τονίζοντας ότι εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το θεμελιώδες ερώτημα: για ποιον ακριβώς λόγο τέθηκε υπό παρακολούθηση ο Θανάσης Κουκάκης.

Όπως ανέφερε, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει ζητήσει από την ΕΥΠ να προσκομίσει τον φάκελο από τον οποίο προκύπτουν οι ακριβείς λόγοι της παρακολούθησης, κάτι που, σύμφωνα με όσα είπε στη συνέντευξη, δεν είχε ακόμη συμβεί.

«Ζητήθηκε να προσκομιστούν οι ακριβείς λόγοι για τους οποίους ζητήθηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του κ. Κουκάκη και αυτοί οι λόγοι δεν έχουν προσκομιστεί μέχρι σήμερα. Αναγκάστηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας να εκδώσει μια προδικαστική απόφαση, έδωσε μια τρίμηνη προθεσμία και αναμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία πραγματικά να δούμε τι θα στείλει ως στοιχεία η ΕΥΠ στο Συμβούλιο της Επικρατείας και αναλόγως θα κινηθούμε».

Σε αυτό το σημείο χρησιμοποίησε και την πιο βαριά πολιτικά και θεσμικά φράση της συνέντευξής του:

«Είναι πραγματικά μια πληγή στο σώμα της ελληνικής Δημοκρατίας ο χειρισμός της υπόθεσης του Κουκάκη από το 2020, που ξεκίνησε η κρατική επισύνδεση μέσω της ΕΥΠ, μέχρι το 2026. Ο κ. Κουκάκης καταθέτει συνεχώς μηνύσεις, εξαντλεί όλα τα ελληνικά ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα και ακόμη δεν έχει μια απάντηση για τους λόγους για τους οποίους έγινε αφενός η κρατική επισύνδεση σε βάρος του, όταν ερευνούσε συγκεκριμένα οικονομικά εγκλήματα και σκάνδαλα, και για ποιον λόγο παρακολουθήθηκε από το λογισμικό Predator. Ο άνθρωπος πολεμάει δικαστικά ακόμη και μέχρι σήμερα για να μάθει τους λόγους αυτής της παρακολούθησης».

Τι μπορεί να αλλάξει μια δικαίωση στο Στρασβούργο

Στο κρίσιμο ερώτημα του Χρήστου Κώνστα για το εάν μια ενδεχόμενη δικαίωση του Θανάση Κουκάκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μπορεί να οδηγήσει σε επανεξέταση της υπόθεσης στην Ελλάδα, ο κ. Σταματιάδης απέφυγε να προδικάσει την εξέλιξη, εξέφρασε όμως την προσδοκία ότι, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης, θα μπορούσαν να ζητηθούν συγκεκριμένα ατομικά μέτρα.

«Θέλω να πιστεύω ότι είναι τόσο σημαντική αυτή η υπόθεση που, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι όντως υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων του κ. Κουκάκη, θα ζητήσει συγκεκριμένα ατομικά μέτρα από την ελληνική κυβέρνηση, από το ελληνικό κράτος, στα οποία θα περιλαμβάνεται και ο επανέλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των δικαστικών οργάνων».

Εξήγησε παράλληλα ότι η συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου παρακολουθείται μέσω της Επιτροπής Υπουργών και ξεκαθάρισε ότι, ακόμη και εάν η απόφαση δεν περιλαμβάνει ρητή πρόβλεψη επανελέγχου, η νομική ομάδα του δημοσιογράφου σκοπεύει να επανέλθει.

«Αν δεν υπάρχει μια τέτοια διάταξη για τον επανέλεγχο της υπόθεσης, εμείς θα προσπαθήσουμε, μέσω της τεράστιας ηθικής δικαίωσης που θα έχει κερδίσει ο κ. Κουκάκης, να υποβάλουμε εκ νέου αιτήματα. Ο μόνος δρόμος, έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να ζητήσει συγκεκριμένα ατομικά μέτρα υπέρ του Κουκάκη για τον επανέλεγχο της υπόθεσης εξ ολοκλήρου. Αν δεν υπάρχει αυτό, θα κάνουμε εμείς αιτήσεις και αναφορές και θα επιδιώξουμε αυτό το αποτέλεσμα».

Ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεκδίκασης με την υπόθεση Σπίρτζη

Κλείνοντας τη συνέντευξη, ο κ. Σταματιάδης άφησε ανοιχτό και το ενδεχόμενο η υπόθεση Κουκάκη να συνεκδικαστεί στο Στρασβούργο με άλλες συναφείς προσφυγές, μεταξύ των οποίων εκείνη του Χρήστου Σπίρτζη.

«Υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο. Εφόσον είναι συναφείς οι υποθέσεις, μπορεί να μπουν υπό μια σκέπη, να το πω έτσι, σε μια γενική υπόθεση όπου θα συσσωρεύονται όλες αυτές και να εκδικαστούν όλες μαζί», ανέφερε.

Η προσφυγή στο Στρασβούργο ανοίγει πλέον ένα νέο κεφάλαιο σε μια υπόθεση που βρίσκεται εδώ και έξι χρόνια στο επίκεντρο της δημόσιας και θεσμικής συζήτησης. Για την πλευρά Κουκάκη, όμως, το κεντρικό ερώτημα παραμένει ακριβώς το ίδιο με εκείνο από το οποίο ξεκίνησε η υπόθεση: ποιος, για ποιον λόγο και υπό ποιες συνθήκες αποφάσισε την παρακολούθηση ενός δημοσιογράφου που εκείνη την περίοδο ερευνούσε σοβαρές οικονομικές υποθέσεις — και γιατί, έξι χρόνια αργότερα, όπως υποστηρίζει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ο ίδιος εξακολουθεί να αναζητά αυτή την απάντηση.


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook