Λ. Καμπουρίδης-Αντιστράτηγος ε.α.: «Ανεξήγητη η παθητική στάση της κυβέρνησης στη νέα πρόκληση των Τούρκων με τα Θαλάσσια Πάρκα»

Ιδιαίτερα αιχμηρός απέναντι στην κυβερνητική διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ειδικά στη στάση της Αθήνας μετά τις τελευταίες κινήσεις της Άγκυρας εμφανίστηκε ο Αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Καμπουρίδης, μιλώντας στον Politica 89.8, στον Χρήστο Κώνστα και στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά».
Ο κ. Καμπουρίδης χαρακτήρισε ουσιαστικά ανεξήγητη την επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να μην αξιοποιήσει ακόμη και το ευρωπαϊκό πεδίο απέναντι στην Τουρκία για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τα θαλάσσια πάρκα, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα επιχειρεί σταδιακά να παγιώσει την αντίληψη πως η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο εξαντλείται στα έξι ναυτικά μίλια.
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Ελλάδα, όταν η Τουρκία ανακήρυξε τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τα θαλάσσια πάρκα, δεν το κατήγγειλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση», ανέφερε χαρακτηριστικά, διερωτώμενος πώς είναι δυνατόν η Αθήνα να μην χρησιμοποιεί το ισχυρότερο πολιτικό και διπλωματικό της πλεονέκτημα απέναντι σε μια Τουρκία η οποία επιδιώκει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας και στα αντίστοιχα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Η κεντρική θέση του Αντιστράτηγου ε.α. είναι ότι η πολιτική της «ήρεμης περιόδου» που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Αθηνών δεν απέδωσε στην Ελλάδα τα στρατηγικά οφέλη που της αποδίδονται. Αντίθετα, κατά την εκτίμησή του, προσέφερε στην Τουρκία πολύτιμη διεθνή νομιμοποίηση, βοήθησε να υποχωρήσουν ευρωπαϊκές επιφυλάξεις και εμπάργκο απέναντί της και δημιούργησε την εικόνα προς τρίτες χώρες ότι Αθήνα και Άγκυρα «τα έχουν βρει».

«Με αυτόν που σε απειλεί με casus belli συζητάς αλλά φίλος δεν γίνεσαι»
Ο Λάζαρος Καμπουρίδης έθεσε εξαρχής υπό αμφισβήτηση την ίδια τη φιλοσοφία πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η Διακήρυξη των Αθηνών. Ξεκαθάρισε ότι δεν τάσσεται κατά του διαλόγου με την Τουρκία, αλλά θεωρεί εντελώς διαφορετικό τον διάλογο από τη δημιουργία μιας πολιτικής εικόνας «φιλίας» την ώρα που παραμένει σε ισχύ η απειλή πολέμου.
«Εάν με αυτόν που σε απειλεί με casus belli συζητάς; Φυσικά και συζητάς. Αλλά με αυτόν που σε απειλεί με casus belli δεν γίνεσαι φίλος. Το να συζητάς είναι διαφορετικό. Ακόμη και οι εμπόλεμοι συζητάνε. Βλέπουμε τώρα Ρωσία και Ουκρανία. Συζητάνε οι μυστικές υπηρεσίες, ακόμη και οι πολιτικοί παράγοντες. Αλλά δεν μπορείς να είσαι φίλος», υπογράμμισε.
Για τον ίδιο, το επιχείρημα ότι η Ελλάδα μέσω της αποκλιμάκωσης «κέρδισε χρόνο» προκειμένου να ενισχύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική στρατιωτική εικόνα εκείνης της περιόδου.
«Ακούω κάποιους οι οποίοι είναι θιασώτες της Διακήρυξης Φιλίας ακόμη και τώρα και λένε “κερδίσαμε χρόνο”. Συγγνώμη, γιατί κερδίσαμε χρόνο; Τι θα μας έκανε η Τουρκία; Η Τουρκία το έχει δείξει χαρακτηριστικά ότι θέλει να αποσπάσει αυτά που θέλει με πίεση», σημείωσε.
«Δεν κερδίσαμε καθόλου χρόνο γιατί η Τουρκία δεν μπορούσε να κοντράρει στρατιωτικά την Ελλάδα»
Ο Αντιστράτηγος ε.α. επέμεινε ιδιαίτερα στο αεροπορικό ισοζύγιο Ελλάδας–Τουρκίας, παρουσιάζοντάς το ως έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί εσφαλμένο το επιχείρημα ότι η Αθήνα χρειαζόταν την πολιτική αποκλιμάκωση προκειμένου να εξοπλιστεί χωρίς τον κίνδυνο στρατιωτικής κρίσης.
Επικαλούμενος εκτιμήσεις Τούρκων στρατιωτικών αναλυτών, υποστήριξε ότι «οι Τούρκοι αυτή τη στιγμή έχουν 50 έως 60 αεροσκάφη αξιόμαχα που να μπορούν να κοντράρουν τα δικά μας αεροσκάφη», ενώ αντιπαρέβαλε την κατάσταση αυτή με την ελληνική αναβάθμιση των F-16 σε Viper και την απόκτηση των Rafale.
«Εμείς κάθε μέρα αυξάνουμε τον στόλο μας με τα Viper, με την αναβάθμιση, έχουν έρθει τα Rafale, οι Τούρκοι είναι πολύ πίσω», ανέφερε, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η αεροπορική ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί το «επιθετικό μακρύ χέρι» μιας χώρας.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η Τουρκία γνώριζε ότι το αρνητικό γι’ αυτήν αεροπορικό ισοζύγιο περιόριζε δραστικά τις δυνατότητές της να επιλέξει μια ευθεία στρατιωτική αναμέτρηση με την Ελλάδα.
«Η Τουρκία ξέρει πολύ καλά ότι αν έχει ένα ελλειμματικό ισοζύγιο στην αεροπορική ισχύ, δεν μπορεί να πάει να κοντράρει στρατιωτικά την Ελλάδα. Δεν είχαμε λόγους να φοβόμαστε και είπαμε να εξημερώσουμε το θηρίο προκειμένου να κάνουμε τους εξοπλισμούς μας. Αυτά μας τα παρεμπόδιζε καμία Τουρκία; […] Δεν κερδίσαμε καθόλου χρόνο», τόνισε.
Πρόσθεσε μάλιστα ότι η Τουρκία είχε και εξακολουθεί να έχει στρατιωτικές δυνάμεις δεσμευμένες σε διαφορετικά μέτωπα, αναφερόμενος στη Βόρεια Συρία και στο Βόρειο Ιράκ, αλλά και στη μεγάλη ένταση στις σχέσεις της με το Ισραήλ.
«Η Ελλάδα έδωσε στην Τουρκία καλή μαρτυρία»
Κατά τον κ. Καμπουρίδη, όμως, το πραγματικά κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι δεν κέρδισε η Ελλάδα, αλλά τι κέρδισε η Τουρκία.
Η απάντησή του ήταν κατηγορηματική: διεθνή «καλή μαρτυρία».
Όπως υποστήριξε, μετά την περίοδο προσέγγισης Αθήνας–Άγκυρας, χώρες οι οποίες είχαν επιβάλει περιορισμούς ή εμπάργκο σε εξοπλιστικό υλικό προς την Τουρκία άρχισαν να μεταβάλλουν στάση. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στον Καναδά, τη Γερμανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, συνδέοντας αυτή την εξέλιξη και με την εικόνα που δημιουργήθηκε διεθνώς ότι το βασικό πρόβλημα της Τουρκίας με την Ελλάδα είχε αποκλιμακωθεί.
«Η Τουρκία συνέχισε κανονικά τους εξοπλισμούς, γιατί είπαν πολλοί “μα με την Ελλάδα τα έχει βρει, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα”», σημείωσε.
Και συνέχισε με μία από τις πλέον αιχμηρές διαπιστώσεις της συνέντευξης: «Λειτουργήσαμε ως εγγυήτρια δύναμη απέναντι στην Τουρκία σε σχέση με τους υπόλοιπους. Αυτό έγινε. Ακριβώς αυτό έγινε».
«Κάναμε πλάτες στην Τουρκία και τώρα μας λέει τι όπλα θα βάλουμε στα νησιά μας»
Ο κ. Καμπουρίδης συνέδεσε αυτή τη διπλωματική αναβάθμιση της Τουρκίας με τη σημερινή στάση της απέναντι στους ελληνικούς εξοπλισμούς και ιδιαίτερα στην προοπτική εγκατάστασης νέων οπλικών συστημάτων στα νησιά.
Κατά την ανάλυσή του, η τουρκική ρητορική κλιμακώθηκε όταν Ελλάδα και Κύπρος κινήθηκαν προς την απόκτηση προηγμένων ισραηλινών συστημάτων.
«Η Τουρκία είπε “δεν θα σας επιτρέψω να τοποθετήσετε στα νησιά σας τέτοια οπλικά συστήματα, τα οποία για μένα είναι επιθετικά, είναι απειλητικά”», ανέφερε και πρόσθεσε:
«Εμείς κάνουμε πλάτες στην Τουρκία να πάρει καλή μαρτυρία, να γίνεται μια συζήτηση αν θα πρέπει να ενταχθεί στον ευρωπαϊκό μηχανισμό Άμυνας και Ασφάλειας, να αρθεί το εμπάργκο και, από την άλλη πλευρά, έρχεται η Τουρκία και λέει “όλα καλά, αλλά στη βάση της φιλίας δεν θα πρέπει να βάλετε οπλικά συστήματα στα δικά σας νησιά”».
Η αποτίμησή του ήταν απόλυτη: «Νομίζω ότι, αν τα βάλουμε σε μία ζυγαριά, κύριε Κώνστα, χάσαμε. Δεν κερδίσαμε».
Από το Oruc Reis στα έξι ναυτικά μίλια: «Ήταν δήλωση υποχώρησης»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Λάζαρος Καμπουρίδης και στη γνωστή δήλωση του Γιώργου Γεραπετρίτη για τα έξι ναυτικά μίλια ως «κόκκινη γραμμή».
Ο ίδιος αναγνώρισε ότι, αν η δήλωση εξεταστεί απομονωμένα ως αναφορά στα υφιστάμενα ελληνικά χωρικά ύδατα, μπορεί να εξηγηθεί. Υποστήριξε όμως ότι αποκτά διαφορετικό πολιτικό και στρατηγικό περιεχόμενο εάν τοποθετηθεί στο πλαίσιο όσων είχαν προηγηθεί με το Oruc Reis και την κινητοποίηση του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.
«Όταν έχεις στείλει τον στόλο σου […] για να μην επιτρέψεις να κάνει έρευνες νοτιοανατολικά της Κρήτης […] σημαίνει ότι οι κόκκινες γραμμές σου είναι και στην περιοχή της δυνητικής ΑΟΖ. Όταν έρχεσαι μετά και λες ότι οι κόκκινες γραμμές είναι τα έξι ναυτικά μίλια, τότε γιατί είχες στείλει τις προηγούμενες εβδομάδες τον στόλο εναντίον του Oruc Reis;», διερωτήθηκε.
«Εκείνη η δήλωση νομίζω ήταν δήλωση υποχώρησης, βλέποντας τη μεγάλη εικόνα όσον αφορά την κρίση του Oruc Reis, το ότι περιορίστηκε η κόκκινη γραμμή μας στα έξι ναυτικά μίλια», πρόσθεσε.
«Οι Τούρκοι μας δείχνουν ότι είναι το απόλυτο αφεντικό στο Αιγαίο»
Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Αντιστράτηγος ε.α. συνέδεσε τις προηγούμενες ελληνικές επιλογές με τη σημερινή τουρκική κίνηση για τα θαλάσσια πάρκα και τη συνολικότερη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας».
«Αν δούμε και τα θαλάσσια πάρκα των Τούρκων και τον νόμο έτσι όπως ετοιμάζεται, μας δείχνουν οι Τούρκοι ότι “εγώ είμαι το απόλυτο αφεντικό στο Αιγαίο” και όχι μόνο, γιατί και στην Ανατολική Μεσόγειο “εσείς θα είστε περιορισμένοι στα έξι ναυτικά μίλια”», είπε.
Κατά τον ίδιο, η δημόσια διατύπωση των έξι μιλίων ως «κόκκινης γραμμής» δημιουργεί τον κίνδυνο να εκληφθεί από την άλλη πλευρά ως αυτοπεριορισμός της Ελλάδας.
«Όταν εσύ το λες από πριν ότι η κόκκινη γραμμή είναι στα έξι ναυτικά μίλια, σαν να περιορίζεσαι, και έρχεται ο Τούρκος και το εκλαμβάνει ως δεδομένο για σένα […] και λέει “αφού αυτός το ανέχεται μέχρι εκεί, γιατί να μην πάω κι εγώ μέχρι εκεί;”», σημείωσε.
«Είναι δυνατόν να μην έχουμε καταγγείλει ακόμη την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση;»
Το πλέον επικριτικό μέρος της συνέντευξης αφορούσε τη σημερινή αντίδραση της κυβέρνησης απέναντι στον τουρκικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και στα θαλάσσια πάρκα.
Ο κ. Καμπουρίδης διευκρίνισε ότι η κριτική του δεν γίνεται με κομματικούς όρους: «Δεν ανήκω σε κανέναν πολιτικό χώρο και δεν κάνω αντιπολίτευση, γιατί μιλάω καθαρά τεχνοκρατικά με τις γνώσεις που έχω».
Και αμέσως μετά έθεσε το ερώτημα που, όπως είπε, αδυνατεί να απαντήσει:
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Ελλάδα, όταν η Τουρκία ανακήρυξε τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, γιατί η Ελλάδα και στα θαλάσσια πάρκα […] δεν το κατήγγειλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
«Το χαρτί του αδύναμου και του αμυνόμενου είναι να προσφύγει στους διεθνείς οργανισμούς, στους οργανισμούς που είμαστε κυρίως μέλη εμείς και όχι η Τουρκία, στους οργανισμούς που τους έχει ανάγκη η Τουρκία. Και μιλάω για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και δεν το κάναμε», υπογράμμισε.
«Η Τουρκία θέλει την Ευρωπαϊκή Άμυνα και τα ευρωπαϊκά κονδύλια ενώ εμείς δεν την καταγγέλλουμε»
Ο Αντιστράτηγος ε.α. στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτό που θεωρεί αναξιοποίητο ελληνικό πλεονέκτημα: την ιδιότητα της Ελλάδας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια συγκυρία κατά την οποία η Τουρκία επιδιώκει στενότερη σύνδεση με την ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.
«Είναι δυνατό να μην έχουμε καταγγείλει ακόμη την Τουρκία ως κυβέρνηση και για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και για τα θαλάσσια πάρκα της Τουρκίας; Τι μας εμπόδιζε;», διερωτήθηκε.
Και συνέχισε:
«Είναι δυνατό να είμαστε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τουρκία να έχει ανάγκη την Ευρωπαϊκή Ένωση, να θέλει να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, να θέλει να πάρει κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Άμυνα και εμείς να μην το καταγγέλλουμε; Αυτή τη στάση δεν μπορώ να την ερμηνεύσω».
«Φοβόμαστε να μην θυμώσει η Τουρκία,είναι εντελώς λανθασμένη τακτική»
Στο κλείσιμο της συζήτησης ο Λάζαρος Καμπουρίδης επιχείρησε να δώσει τη δική του ερμηνεία για αυτή την κυβερνητική στάση, εκτιμώντας ότι πίσω από την απροθυμία διεθνοποίησης των τουρκικών κινήσεων βρίσκεται ο φόβος μήπως διαταραχθεί εκ νέου το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
«Νομίζω ότι φοβόμαστε, δεν θέλουμε να καταγγείλουμε αυτές τις ακραίες, επιθετικές, αναθεωρητικές στάσεις της Τουρκίας […] για να μην θυμώσει η Τουρκία. Εγώ εκεί το ανάγω. Δεν έχω άλλη λογική και νομίζω ότι αυτό είναι μία εντελώς λανθασμένη τακτική».
Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα θα έπρεπε να ακολουθήσει την ακριβώς αντίθετη στρατηγική, μεταφέροντας συστηματικά την τουρκική επιθετικότητα στο ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Πρέπει πάση θυσία να είμαστε η χώρα εκείνη, που είμαστε δεκαετίες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα πρέπει να διαμαρτυρόμαστε για την επιθετικότητα της Τουρκίας. Γιατί όσο δεν διαμαρτυρόμαστε, η Ευρώπη θα λέει “μα όλα βαίνουν καλώς”. Γιατί να μην εντάξουμε την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Άμυνα; Και αυτό θα γίνει τελικά με δικές μας πλάτες», κατέληξε.
Aκούστε εδώ: