Π. Καρκατσούλης: «Μας αξίζει κάτι καλύτερο από όσα περιγράφει η Κοβέσι — Παρά φύση συνθήκη οι μετακλητοί σε Βουλή και ΟΤΑ»

Δημοσιεύτηκε στις 24/04/2026 18:11

Π. Καρκατσούλης: «Μας αξίζει κάτι καλύτερο από όσα περιγράφει η Κοβέσι — Παρά φύση συνθήκη οι μετακλητοί σε Βουλή και ΟΤΑ»

Η συζήτηση για τη διαφθορά, τους θεσμούς και το πελατειακό κράτος στην Ελλάδα επιστρέφει κάθε τόσο με αφορμή ένα σκάνδαλο, μια παρέμβαση ή μια αποκάλυψη.Ο καθηγητής δημόσιας διοίκησης Παναγιώτης Καρκατσούλης, μιλώντας στον Politica 89.8 και στον Χρήστο Κώνστα, δεν περιορίστηκε σε σχόλια για τις αποκαλύψεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέως.

Έθεσε ένα ευρύτερο ερώτημα δημοκρατικής αυτογνωσίας: γιατί η χώρα εξακολουθεί να ανέχεται πρακτικές που την εξέθεσαν ιστορικά, τη χρεοκόπησαν επανειλημμένα και εξακολουθούν να υπονομεύουν τη θεσμική της αξιοπιστία;

Η προειδοποίηση πίσω από όσα περιγράφει η Κοβέσι

Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης στάθηκε με έμφαση στην ανάγκη να μην αντιμετωπιστούν οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είτε με υπερβολή είτε με άρνηση, αλλά ως αφορμή σοβαρής αυτοκριτικής. Υπογράμμισε ότι η ύπαρξη εισαγγελικών ενδείξεων δεν συνιστά καταδίκη, όμως η εικόνα που διαμορφώνεται διεθνώς για τη χώρα αποτελεί από μόνη της πολιτικό και εθνικό πρόβλημα. Μίλησε για τον κίνδυνο επανάληψης ενός νέου «διασυρμού τύπου μνημονίων», θυμίζοντας πως η μεγαλύτερη ζημιά που υπέστη η Ελλάδα δεν ήταν μόνο οικονομική, αλλά βαθιά ηθική και θεσμική.

Κατά τον ίδιο, το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η δημόσια συζήτηση γύρω από την Ευρωπαία Εισαγγελέα, αλλά τα φαινόμενα που την ενεργοποιούν: η εκτεταμένη χρήση απευθείας αναθέσεων, οι μονοπρόσωπες συμβάσεις και ένα σύστημα που, όπως είπε, «βγάζει μάτια» ότι χρειάζεται βαθύτερο έλεγχο. Για τον κ. Καρκατσούλη, δεν είναι σοβαρή στάση μιας ευρωπαϊκής χώρας να ενοχλείται από την έρευνα αντί να αναμετράται με τις αιτίες που την προκαλούν.

Το ρουσφέτι ως βαθύτερη μορφή διαφθοράς

Ιδιαίτερα αιχμηρός υπήρξε όταν συνέδεσε την έννοια του ρουσφετιού όχι με μια δήθεν «ελληνική ιδιομορφία», αλλά με δομική εκτροπή της διοίκησης. Χαρακτήρισε ντροπή να συζητείται το 2026 ως περίπου φυσιολογικό φαινόμενο, τονίζοντας ότι η Ελλάδα πλήρωσε ιστορικά ακριβά αυτή τη λογική.

Επέμεινε μάλιστα ιδιαίτερα στην «εμπορία επιρροής», που ανέδειξε η Κοβέσι, θεωρώντας την πιο ύπουλη μορφή διαφθοράς επειδή ακριβώς λειτουργεί αόρατα και δύσκολα στοιχειοθετείται. Και εκεί τοποθέτησε τον πυρήνα του προβλήματος: όχι απλώς στην παραβίαση κανόνων, αλλά στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας όπου η παράκαμψη του κανόνα θεωρείται κοινωνικά ανεκτή ή ακόμη και θεμιτή.

Μετακλητοί: ένα παράλληλο σύστημα έξω από τη διοίκηση

Στο σκέλος των μετακλητών υπαλλήλων, η τοποθέτησή του ήταν καταλυτική. Μίλησε για «παρά φύση συνθήκη» και για ένα παράλληλο σύστημα δίπλα στη δημόσια διοίκηση, που αναπαράγει κομματικούς στρατούς με σύγχρονους όρους. Ανέδειξε ως οξύμωρο το γεγονός ότι ενώ η χώρα διαθέτει περίπου 800.000 δημόσιους υπαλλήλους που στην πλειονότητά τους προσλαμβάνονται πλέον με αντικειμενικές διαδικασίες, διατηρεί ένα ξεχωριστό καθεστώς δεκάδων χιλιάδων μετακλητών με διαφορετικούς κανόνες.

Ιδιαίτερα επικριτικός υπήρξε για τη χρήση των μετακλητών στους ΟΤΑ και στη Βουλή ως υποκατάστατο πραγματικών προσλήψεων ή ως εργαλείο εξυπηρέτησης πολιτικών ισορροπιών, χαρακτηρίζοντας τη σχετική επιχειρηματολογία περί αναγκαιότητας «πρόσχημα» που δεν λύνει κανένα διοικητικό πρόβλημα.

«Δεν λείπει τεχνογνωσία, λείπει βούληση»

Αποδόμησε ευθέως και το επιχείρημα ότι οι μετακλητοί είναι απαραίτητοι λόγω εξειδικευμένων γνώσεων που λείπουν από το Δημόσιο. Αντιπαρέβαλε το στοιχείο πως στη δημόσια διοίκηση υπηρετούν δεκάδες χιλιάδες υπάλληλοι με μεταπτυχιακά και διδακτορικά, λέγοντας ότι η χώρα δεν πάσχει από έλλειμμα τεχνογνωσίας αλλά από έλλειμμα αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού της.

Για τον ίδιο, το πρόβλημα της αναξιοκρατίας δεν βρίσκεται κυρίως στην τυπική διαδικασία επιλογής, αλλά στην ατμόσφαιρα που αποθαρρύνει, παραγκωνίζει και ακυρώνει ικανά στελέχη. «Δεν λείπουν οι άνθρωποι, λείπουν τα σχέδια και οι ευκαιρίες να αναδειχθούν», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Με ιστορικές αναφορές στο ΑΣΕΠ και στις μεταρρυθμίσεις που, όπως είπε, χτίστηκαν με πολιτικό κόστος και συγκρούσεις, ο κ. Καρκατσούλης επέμεινε ότι η Ελλάδα έχει αποδείξει πως μπορεί να υπερβαίνει τις πελατειακές της καταβολές. Γι’ αυτό και, κατά την εκτίμησή του, η διατήρηση τέτοιων καταλοίπων δεν είναι μόνο διοικητική δυσλειτουργία αλλά μορφή θεσμικής αυτοϋπονόμευσης.

(κεντρική φωτογραφία in.gr)


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook