Αντιισταμινικά: Δεν είναι όλα ίδια – Ποια προκαλούν υπνηλία

Τα αντιισταμινικά ανακουφίζουν από το φτέρνισμα, την καταρροή και τον κνησμό. Ορισμένα, όμως, μπορεί να προκαλέσουν και υπνηλία. Δεν έχουν όλα την ίδια επίδραση στον εγκέφαλο, και η διαφορά έχει σημασία, κυρίως για όσους οδηγούν, χειρίζονται μηχανήματα ή χρειάζεται να παραμένουν συγκεντρωμένοι.
Το ζήτημα αναλύει σε άρθρο της στο The Conversation η Dipa Kamdar, αναπληρώτρια καθηγήτρια Φαρμακευτικής Πρακτικής στο Πανεπιστήμιο Kingston. Τα παλαιότερα φάρμακα προκαλούν συχνότερα καταστολή, ενώ τα νεότερα είναι λιγότερο πιθανό να επηρεάσουν την πνευματική ετοιμότητα. Ακόμη κι ανάμεσα σε αυτά, πάντως, υπάρχουν διαφορές.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο
Τα αντιισταμινικά εμποδίζουν τη δράση της ισταμίνης στους υποδοχείς H1. Η ουσία αυτή απελευθερώνεται όταν ο οργανισμός έρθει σε επαφή με ένα αλλεργιογόνο και προκαλεί τα γνωστά συμπτώματα της αλλεργίας, από τη δακρύρροια έως τη ρινική συμφόρηση. Στον εγκέφαλο, όμως, έχει διαφορετικό ρόλο: μας βοηθά να παραμένουμε ξύπνιοι και προσεκτικοί.
Τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς, που κυκλοφόρησαν από τη δεκαετία του 1940, όπως η διφαινυδραμίνη (diphenhydramine), η προμεθαζίνη (promethazine) και η χλωροφαιναμίνη (chlorphenamine), διαπερνούν εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, δηλαδή τον μηχανισμό που ελέγχει ποιες ουσίες περνούν από το αίμα στον εγκέφαλο. Εκεί δεσμεύουν τους υποδοχείς ισταμίνης που ρυθμίζουν την εγρήγορση, προκαλώντας νύστα, δυσκολία συγκέντρωσης και βραδύτερες αντιδράσεις.
Η δεύτερη γενιά, που εμφανίστηκε στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 με τη λοραταδίνη (loratadine), τη σετιριζίνη (cetirizine) και τη φεξοφεναδίνη (fexofenadine), εισέρχεται σε πολύ μικρότερο βαθμό στον εγκέφαλο και επηρεάζει λιγότερο τη διαύγεια.
Ένα φάσμα, όχι δύο κατηγορίες
Η Kamdar θεωρεί υπεραπλουστευτικό τον διαχωρισμό σε «κατασταλτικά» και «μη κατασταλτικά» αντιισταμινικά. Στην πράξη, οι επιδράσεις κλιμακώνονται: ορισμένα προκαλούν έντονη καταστολή, άλλα ελάχιστη. Μελέτες απεικόνισης το αποτυπώνουν με αριθμούς: η φεξοφεναδίνη καταλαμβάνει περίπου το 2% των εγκεφαλικών υποδοχέων ισταμίνης, η σετιριζίνη γύρω στο 24% και η χλωροφαιναμίνη από 50% έως 60%.
Αυτό εξηγεί γιατί η σετιριζίνη, αν και ανήκει στη νεότερη γενιά, μπορεί να έχει κατασταλτική δράση σε ορισμένα άτομα, κάτι που, όπως αναφέρει το βρετανικό Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), συμβαίνει συχνότερα απ’ ό,τι με τη λοραταδίνη ή τη φεξοφεναδίνη.
Προσοχή στην οδήγηση
Η υπνηλία γίνεται εύκολα αντιληπτή, δεν είναι όμως η μοναδική ανεπιθύμητη ενέργεια. Τα φάρμακα με έντονη ηρεμιστική δράση μπορούν να επηρεάσουν τον συντονισμό των κινήσεων, τον χρόνο αντίδρασης και την κρίση.
Όπως επισημαίνει η καθηγήτρια, η κόπωση που αισθάνεται κάποιος δεν αντανακλά πάντα τη μείωση της απόδοσής του. Ακόμη κι όταν η αίσθηση είναι ήπια, οι αποκρίσεις μπορεί να είναι πιο αργές και η προσοχή περιορισμένη.
Το NHS συστήνει να αποφεύγονται η οδήγηση και ο χειρισμός μηχανημάτων μετά τη λήψη αντιισταμινικών πρώτης γενιάς. Η ίδια σύσταση ισχύει και για τα νεότερα, εφόσον εμφανιστεί νύστα, για όσο διαρκεί η επίδρασή τους.
Γιατί οι ηλικιωμένοι χρειάζονται περισσότερη προσοχή
Οι παλαιότερες ουσίες έχουν και ένα δεύτερο μειονέκτημα, εξηγεί η ερευνήτρια: την αντιχολινεργική δράση. Αναστέλλουν, δηλαδή, την ακετυλοχολίνη, έναν νευροδιαβιβαστή που συμμετέχει στη μνήμη και την προσοχή, αλλά και στη λειτουργία άλλων οργάνων.
Στις συνέπειες μπορεί να περιλαμβάνονται ξηροστομία, θολή όραση, δυσκοιλιότητα, δυσκολία στην ούρηση και σύγχυση. Στην τρίτη ηλικία έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί μπορούν να περιορίσουν την αυτονομία και να αυξήσουν τον κίνδυνο πτώσεων. Γι’ αυτό, όπως τονίζει, χρειάζεται να εξετάζεται συνολικά η αγωγή κάθε ασθενούς, ιδίως όταν περισσότερα από ένα φάρμακα έχουν ηρεμιστικές ή αντιχολινεργικές ιδιότητες.
Τι γνωρίζουμε για την άνοια
Η Kamdar αναφέρεται και στις έρευνες για τις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των αντιχολινεργικών στον εγκέφαλο, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει αποδειχθεί πως προκαλούν άνοια.
Μελέτες παρατήρησης έχουν καταγράψει συσχετίσεις για ορισμένες κατηγορίες τέτοιων φαρμάκων, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Ειδικά για τα αντιισταμινικά, μεγάλη έρευνα στο JAMA Internal Medicine, με περισσότερους από 58.000 ασθενείς με άνοια, δεν βρήκε αυξημένο κίνδυνο. Τα δεδομένα της προέρχονταν από συνταγογραφήσεις, οπότε δεν περιλάμβαναν τα αντιαλλεργικά που διατίθενται χωρίς συνταγή. Το εύρημα, πάντως, δεν αποκλείει κάθε ενδεχόμενο.
Πριν από την αγορά
Το πρώτο βήμα, υπογραμμίζει η Kamdar, είναι να ελέγχουμε τη δραστική ουσία. Δύο προϊόντα για τα ίδια συμπτώματα μπορεί να έχουν πολύ διαφορετική επίδραση στην εγρήγορση, οπότε η επιλογή πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Παράλληλα, το NHS συνιστά να:
- διαβάσετε το φύλλο οδηγιών, κυρίως τις προειδοποιήσεις για την υπνηλία και την οδήγηση,
- ελέγξετε τη σύνθεση άλλων σκευασμάτων, όπως ορισμένων φαρμάκων για το κρυολόγημα, που μπορεί να περιέχουν επίσης αντιισταμινικό,
- αποφύγετε το αλκοόλ, γιατί ενισχύει την ηρεμιστική επίδραση,
- μη συνδυάζετε δύο αντιισταμινικά χωρίς ιατρική οδηγία,
- ζητήσετε από τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας μια εναλλακτική, αν η θεραπεία σάς προκαλεί κόπωση ή δυσκολία στις καθημερινές δραστηριότητες.
Όπως καταλήγει η Kamdar, η αντιμετώπιση της αλλεργίας χρειάζεται να συνδυάζεται με τη διατήρηση της λειτουργικότητας στην καθημερινή ζωή. Το δραστικό συστατικό και η ατομική ανταπόκριση έχουν σημασία, ακόμη κι όταν δύο φάρμακα απευθύνονται στα ίδια συμπτώματα.