Τράπεζες: Ανεβαίνουν ξανά οι δόσεις των δανείων σε ελβετικό φράγκο

Νέο κύμα επιβαρύνσεων δέχονται οι δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο, καθώς η ενίσχυση του νομίσματος έναντι του ευρώ λόγω της κρίσης στη Μ. Ανατολή, αυξάνει εκ νέου τόσο το υπόλοιπο των δανείων τους όσο και τις μηνιαίες δόσεις.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει με ένταση τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος παραμένει «κρυφή παγίδα» για χιλιάδες νοικοκυριά που εξακολουθούν να εξυπηρετούν στεγαστικά δάνεια συνδεδεμένα με το ελβετικό νόμισμα.
Όπως επισημαίνουν τραπεζικές πηγές, το ελβετικό φράγκο λειτουργεί διαχρονικά ως «ασφαλές καταφύγιο» σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας, γεγονός που οδηγεί σε ενίσχυσή του κάθε φορά που αυξάνεται η γεωπολιτική ένταση. Η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή επιτάχυνε αυτή την τάση, με άμεσο αντίκτυπο στους δανειολήπτες, οι οποίοι βλέπουν τις οφειλές τους να αυξάνονται χωρίς να αλλάζει τίποτα άλλο στο δάνειό τους.
Η μεταβολή της ισοτιμίας μέσα σε λίγους μήνες είναι χαρακτηριστική. Από τα επίπεδα του 0,9314 στα τέλη του 2025, η ισοτιμία ευρώ – ελβετικού φράγκου υποχώρησε στο 0,9034 τον Μάρτιο του 2026, καταγράφοντας μεταβολή περίπου 3%. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένα δάνειο 100.000 φράγκων, που αντιστοιχούσε σε περίπου 107.000 ευρώ, σήμερα ξεπερνά τα 110.000 ευρώ. Η επιβάρυνση αυτή μεταφέρεται άμεσα και στη μηνιαία δόση, η οποία για ένα μέσο στεγαστικό 15ετούς διάρκειας αυξήθηκε από περίπου 648 ευρώ σε 668 ευρώ, αποκλειστικά λόγω της ισοτιμίας.
Σωσίβιο η κυβερνητική ρύθμιση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ρύθμιση που έχει θεσπίσει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβάλλει ως η βασική διέξοδος για τους δανειολήπτες. Η δυνατότητα μετατροπής των δανείων σε ευρώ με ευνοϊκούς όρους δίνει τη δυνατότητα «απεγκλωβισμού» από τον συναλλαγματικό κίνδυνο, προβλέποντας σημαντικό «κούρεμα» στη συναλλαγματική επιβάρυνση, που κυμαίνεται από 15% έως και 50%, ανάλογα με τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια του κάθε οφειλέτη. Ταυτόχρονα, το νέο δάνειο αποκτά σταθερό επιτόκιο από 2,30% έως 2,90% για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής, ενώ δίνεται και η δυνατότητα επιμήκυνσης έως και πέντε έτη.
Το πιο σημαντικό όφελος για τους δανειολήπτες είναι η μείωση της μηνιαίας δόσης, η οποία μπορεί να φθάσει ακόμη και το 42%. Με βάση τα ενδεικτικά παραδείγματα, για ένα μέσο δάνειο η δόση μπορεί να μειωθεί από τα περίπου 668 ευρώ στα 388 ευρώ στην ευνοϊκότερη κατηγορία, ενώ σε πιο «ήπιες» κατηγορίες η μείωση διαμορφώνεται μεταξύ 20% και 32%. Το όφελος προκύπτει τόσο από το «κούρεμα» της ισοτιμίας όσο και από τη σταθεροποίηση του επιτοκίου, γεγονός που δίνει προβλεψιμότητα στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Οι ωφελούμενοι
Η ρύθμιση καλύπτει ευρύ φάσμα δανειοληπτών, καθώς αφορά όχι μόνο τα ενήμερα και εξυπηρετούμενα δάνεια, αλλά και τα δάνεια που εμφανίζουν καθυστέρηση άνω των 90 ημερών. Στην περίπτωση των «κόκκινων» δανείων, ωστόσο, απαιτείται πρώτα η ρύθμιση της οφειλής, είτε μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού είτε με απευθείας συμφωνία με την τράπεζα, ώστε στη συνέχεια να καταστεί δυνατή η ένταξη στο νέο πλαίσιο.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι προθεσμίες, καθώς η δυνατότητα ένταξης στη ρύθμιση δεν είναι απεριόριστη. Για την πλειονότητα των δανειοληπτών που εντάσσονται σε κατηγορίες με βάση εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, η αίτηση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τις 19 Αυγούστου 2026, ενώ για όσους δεν απαιτείται διαδικασία κατάταξης, η σχετική προθεσμία λήγει νωρίτερα, στις 19 Ιουνίου 2026. Η διαδικασία πραγματοποιείται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικού Χρέους, όπου εκδίδεται και η απαραίτητη βεβαίωση κατάταξης, όπου απαιτείται.
Παρά τα σημαντικά οφέλη, οι δανειολήπτες θα πρέπει να είναι προσεκτικοί, καθώς η ρύθμιση συνοδεύεται και από έναν βασικό όρο: αν μετά τη μετατροπή το νέο δάνειο καταστεί μη εξυπηρετούμενο, τότε χάνεται το όφελος της ευνοϊκής ισοτιμίας. Με άλλα λόγια, η προστασία δεν είναι χωρίς προϋποθέσεις και προϋποθέτει συνέπεια στην αποπληρωμή.
Η νέα άνοδος του ελβετικού φράγκου λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι το πρόβλημα των δανείων αυτών δεν έχει εκλείψει. Αντίθετα, επανέρχεται κάθε φορά που ενισχύεται η διεθνής αβεβαιότητα. Για όσους δανειολήπτες μπορούν να ενταχθούν στη ρύθμιση, η συγκυρία αυτή καθιστά πιο επιτακτική από ποτέ την ανάγκη λήψης απόφασης, καθώς κάθε νέα μεταβολή της ισοτιμίας μπορεί να μεταφραστεί σε πρόσθετο κόστος.