Δόμνα Μιχαηλίδου: Μειώθηκαν πάνω από 50% τα παιδιά που ζουν σε ιδρύματα – Για πρώτη φορά κάτω από 1.000 οι ανήλικοι

Από τα περίπου 2.200 παιδιά το 2020, σήμερα 965 φιλοξενούνται σε Μονάδες Παιδικής Προστασίας – Αναδοχή, υιοθεσία και διαμερίσματα ημιαυτόνομης διαβίωσης στο επίκεντρο της πολιτικής αποϊδρυματοποίησης
Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Κάτω από το όριο των 1.000 υποχώρησε για πρώτη φορά ο αριθμός των παιδιών που φιλοξενούνται σε Μονάδες Παιδικής Προστασίας στη χώρα, καθώς από περίπου 2.200 ανηλίκους που είχαν καταγραφεί στην πρώτη πλήρη αποτύπωση το 2020, σήμερα ο αριθμός τους έχει περιοριστεί στους 965. Πρόκειται για μείωση άνω του 50%, η οποία αποτυπώνει την πορεία της πολιτικής αποϊδρυματοποίησης, με στόχο όλο και περισσότερα παιδιά να μεγαλώνουν σε ένα ασφαλές και σταθερό οικογενειακό περιβάλλον.
Τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), που υπάγεται στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, αναδεικνύουν τη μεταβολή που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στον τομέα της παιδικής προστασίας. Όπως επισημαίνει η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, το πρώτο κρίσιμο βήμα ήταν η συστηματική καταγραφή των παιδιών που ζούσαν σε ιδρύματα, καθώς το 2019 δεν υπήρχε ακόμη πλήρης εικόνα ούτε για τον ακριβή αριθμό τους ούτε για τις εξατομικευμένες ανάγκες τους.
«Όταν αναλάβαμε το 2019, δεν γνωρίζαμε καν πόσα παιδιά ζούσαν στα ιδρύματα. Αυτό ήταν το πρώτο που αλλάξαμε. Καταγράψαμε τα παιδιά, μάθαμε τις ανάγκες τους και βάλαμε έναν ξεκάθαρο στόχο: τα παιδιά να ζουν σε οικογένειες, όχι σε δομές», δήλωσε η υπουργός, περιγράφοντας τη βασική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής.
Όπως ανέφερε, στη συνέχεια προχώρησαν αλλαγές στις διαδικασίες, ενισχύθηκαν οι θεσμοί της αναδοχής και της υιοθεσίας και δημιουργήθηκαν νέες δυνατότητες φροντίδας για παιδιά με αναπηρία, αλλά και για μεγαλύτερους εφήβους που χρειάζονται υποστήριξη για την ομαλή μετάβασή τους στην ενήλικη ζωή.
«Η πρώτη πλήρης καταγραφή είχε δείξει περίπου 2.200 παιδιά. Σήμερα έχουμε φτάσει στα 965. Πίσω από αυτή τη μείωση βρίσκονται παιδιά που σήμερα μπορούν να ελπίζουν σε μια ζωή έξω από το ίδρυμα, με ασφάλεια και σταθερή φροντίδα», σημείωσε η Δόμνα Μιχαηλίδου.
Ενίσχυση της αναδοχής και νέες δυνατότητες φροντίδας
Κεντρικό εργαλείο της πολιτικής αποϊδρυματοποίησης αποτελεί η αναδοχή, με το υπουργείο να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών οικογενειακής φροντίδας. Η επείγουσα αναδοχή δίνει τη δυνατότητα σε ένα παιδί που πρέπει να απομακρυνθεί άμεσα από το οικογενειακό του περιβάλλον να μεταφερθεί, χωρίς καθυστέρηση, σε ένα ασφαλές πλαίσιο φροντίδας. Αντίστοιχα, η επαγγελματική αναδοχή απευθύνεται και σε παιδιά με αναπηρία που έχουν αυξημένες ανάγκες υποστήριξης.
Σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή διαδραματίζουν και οι ίδιοι οι ανάδοχοι γονείς. Παραδείγματα από την Εύβοια και την Κρήτη δείχνουν ότι η παρουσία τους στις τοπικές κοινωνίες και η διάδοση της εμπειρίας τους μπορούν να συμβάλουν στην ενημέρωση και στην προσέλκυση νέων υποψήφιων αναδόχων, ενισχύοντας σταδιακά τον θεσμό.
Παράλληλα, για τους μεγαλύτερους εφήβους και τους νέους που αποχωρούν από δομές παιδικής προστασίας, αναπτύσσονται προγράμματα ημιαυτόνομης διαβίωσης. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, 168 άτομα διαμένουν σήμερα σε 57 διαμερίσματα, όπου αποκτούν σταδιακά δεξιότητες και εμπειρίες που θα τους επιτρέψουν να οργανώσουν την καθημερινότητά τους και να προετοιμαστούν για την ανεξάρτητη ζωή.
Ο ρόλος της καταγραφής και της έγκαιρης παρέμβασης
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και μηχανισμών έγκαιρης παρέμβασης. Το πληροφοριακό σύστημα Anynet, που αφορά την αναδοχή και την υιοθεσία, συμβάλλει στη συστηματική παρακολούθηση της πορείας των παιδιών και στον καλύτερο συντονισμό των σχετικών διαδικασιών.
Παράλληλα, η τηλεφωνική γραμμή 1107 του ΕΚΚΑ και το Εθνικό Σύστημα Καταγραφής και Παρακολούθησης Αναφορών Κακοποίησης Ανηλίκων αποτελούν εργαλεία για την καταγραφή περιστατικών, την κινητοποίηση των αρμόδιων υπηρεσιών και την προστασία παιδιών που ενδέχεται να βρίσκονται σε κίνδυνο.
Η μείωση του αριθμού των ανηλίκων που φιλοξενούνται σε ιδρύματα αποτελεί έναν σημαντικό δείκτη της πορείας προς την αποϊδρυματοποίηση. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η αριθμητική μείωση, αλλά η διασφάλιση ότι κάθε παιδί θα έχει πρόσβαση στην κατάλληλη φροντίδα, σε ένα περιβάλλον που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του.
Η πολιτική του υπουργείου επικεντρώνεται στην περαιτέρω ενίσχυση της αναδοχής και της υιοθεσίας, στην ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών υποστήριξης και στη μείωση του χρόνου παραμονής των παιδιών στις δομές, όπου αυτό είναι εφικτό και προς το συμφέρον τους. Στόχος παραμένει κάθε παιδί να μεγαλώνει με ασφάλεια, σταθερότητα και ουσιαστικές προοπτικές για το μέλλον του.