Πιερρακάκης από Δουβλίνο: «Στήριξη τώρα, επενδύσεις για μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους»

Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Το μήνυμα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και προέδρου του Eurogroup για νοικοκυριά και επιχειρήσεις – Η δημοσιονομική πειθαρχία, η πορεία του χρέους και η μεγάλη πρόκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης
Σαφές μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί η ενεργειακή κρίση, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα, έστειλε από το Δουβλίνο ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Μιλώντας στο Συνέδριο για τις Μικρές Επιχειρήσεις και την Επιχειρηματικότητα του Fine Gael, σε συζήτηση με τον αντιπρόεδρο της ιρλανδικής κυβέρνησης και υπουργό Οικονομικών Σάιμον Χάρις, ο κ. Πιερρακάκης έθεσε στο επίκεντρο την ενεργειακή κρίση, τις πιέσεις που προκαλούνται σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά και την ανάγκη οι σημερινές παρεμβάσεις να αποκτήσουν μόνιμο αποτέλεσμα.
Το μήνυμα που κυριάρχησε ήταν διπλό: στήριξη των πολιτών που πιέζονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, αλλά ταυτόχρονα επενδύσεις που θα οδηγήσουν σε μόνιμη αποκλιμάκωση του κόστους ενέργειας.
Ο υπουργός αναφέρθηκε στις αυξημένες τιμές της ενέργειας, στην πίεση που προκαλείται στα νοικοκυριά από το κόστος θέρμανσης και στις τιμές των καυσίμων, επισημαίνοντας ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να υπηρετεί ταυτόχρονα δύο στόχους: να στηρίζει όσους έχουν ανάγκη και να διατηρεί τη μακροοικονομική σταθερότητα.
Όπως τόνισε, τα μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι στοχευμένα, προσωρινά και προσαρμοσμένα στις ανάγκες, ώστε να αντιμετωπίζονται οι άμεσες πιέσεις χωρίς να δημιουργούνται νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες.
«Δεν αρκεί να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του σήμερα»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη μακροπρόθεσμη διάσταση της ενεργειακής κρίσης. Ο κ. Πιερρακάκης επισήμανε ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα μπορούν να διαμορφώσουν το ενεργειακό τοπίο για πολλά χρόνια, παραπέμποντας στις μακροχρόνιες συνέπειες της πετρελαϊκής κρίσης της δεκαετίας του 1970.
Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντικές τις επενδύσεις στην ενέργεια που μπορούν να μειώσουν με βιώσιμο τρόπο το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και συνολικά το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ακόμη και εάν χρειαστούν αρκετά χρόνια για να αποδώσουν.
Η λογική, όπως την περιέγραψε, είναι ότι η βραχυπρόθεσμη στήριξη πρέπει να συνδυαστεί με επενδύσεις που αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος και δημιουργούν χαμηλότερο ενεργειακό κόστος σε μόνιμη βάση.
Η Ελλάδα μετά την κρίση και το μήνυμα προς τις αγορές
Ο υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα και στην πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά τη μεγάλη κρίση, αναφερόμενος στην απώλεια περίπου 25 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ μέσα σε μία δεκαετία και στην πολύ μεγάλη αύξηση της ανεργίας εκείνη την περίοδο.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε διαφορετικό σημείο, με την κυβέρνηση να αποδίδει τη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας στη δημοσιονομική σύνεση και στη σταθερή αποκλιμάκωση του χρέους. Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας από τη Moody’s και τη Scope Ratings συνδέονται με αυτή την πορεία.
Ο κ. Πιερρακάκης ανέφερε ακόμη ότι το δημόσιο χρέος, μετά την πανδημία, είχε φτάσει στο 208% του ΑΕΠ και υποστήριξε ότι η πρόβλεψη για το 2026 το τοποθετεί στο 136,8%, ενώ εκτίμησε ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας θα έχει υποχωρήσει κάτω από το 120%.
Στο πολιτικό μήνυμα που συνόδευσε την αναφορά του στη δημοσιονομική πορεία, ο υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να μεταφέρει το κόστος των σημερινών επιλογών στις επόμενες γενιές.
Ελλάδα και Ιρλανδία με κοινές εμπειρίες
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην κοινή διαδρομή Ελλάδας και Ιρλανδίας. Οι δύο χώρες βρέθηκαν πριν από περίπου 15 χρόνια στο επίκεντρο της κρίσης της Ευρωζώνης και, όπως σημείωσε ο κ. Πιερρακάκης, σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με μια διαφορετική πρόκληση: πώς θα μετατρέψουν τη δημοσιονομική σταθερότητα σε ανάπτυξη και νέες ευκαιρίες.
Από το Δουβλίνο, ο πρόεδρος του Eurogroup έθεσε παράλληλα το ζήτημα της ταχύτητας των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη γνωρίζει σε μεγάλο βαθμό τι πρέπει να αλλάξει, αλλά το κρίσιμο πλέον είναι η υλοποίηση.
Στην ατζέντα που περιέγραψε περιλαμβάνονται η Ένωση Κεφαλαιαγορών, η Τραπεζική Ένωση, η Ενεργειακή Ένωση, η τεχνολογική στρατηγική και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Η μεγάλη πρόκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης
Στο ίδιο τραπέζι βρέθηκε και η Τεχνητή Νοημοσύνη, την οποία ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε ως τεχνολογική αλλαγή με ρυθμό πολύ ταχύτερο από εκείνον με τον οποίο μπορούν να προσαρμοστούν οι θεσμοί.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον υπουργό, είναι η Ευρώπη να αξιοποιήσει την AI για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, παράλληλα όμως με την ψηφιοποίηση των οικονομιών και των δημόσιων υπηρεσιών.
Ο ίδιος αναφέρθηκε ειδικά στην Ελλάδα και στη χρήση ψηφιακών εργαλείων για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, υποστηρίζοντας ότι η αξιοποίηση δεδομένων και τεχνολογίας μπορεί να επιτρέψει πιο αποτελεσματικό εντοπισμό αποκλίσεων στη φορολογική συμπεριφορά.
Έφερε ακόμη ως πεδίο εφαρμογής την εκπαίδευση, με την Τεχνητή Νοημοσύνη να μπορεί, όπως είπε, να υποστηρίξει πιο εξατομικευμένες μορφές μάθησης.
Την ίδια στιγμή, όμως, ανέδειξε και την άλλη πλευρά της τεχνολογικής μετάβασης: την ανάγκη ενίσχυσης της κυβερνοασφάλειας και διεθνούς συντονισμού για την αντιμετώπιση των κινδύνων που δημιουργεί η ταχύτατη εξέλιξη των συστημάτων AI.
Το μήνυμα από το Δουβλίνο
Η παρέμβαση του Κυριάκου Πιερρακάκη στο Δουβλίνο κινήθηκε έτσι σε τρεις βασικούς άξονες: στήριξη απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια, δημοσιονομική σταθερότητα και επενδύσεις που μπορούν να αλλάξουν μόνιμα το παραγωγικό και ενεργειακό μοντέλο.
Παράλληλα, έθεσε την ευρωπαϊκή οικονομία μπροστά σε μια δεύτερη μεγάλη πρόκληση: την ανάγκη να κινηθεί ταχύτερα στις μεταρρυθμίσεις και να αξιοποιήσει την Τεχνητή Νοημοσύνη πριν η τεχνολογική εξέλιξη ξεπεράσει την ταχύτητα προσαρμογής των θεσμών.
Το κεντρικό μήνυμα είναι ότι η αντιμετώπιση των σημερινών πιέσεων δεν μπορεί να εξαντλείται σε προσωρινά μέτρα. Η πραγματική απάντηση, όπως την περιέγραψε ο υπουργός, βρίσκεται στις επενδύσεις που μειώνουν μόνιμα το κόστος, στην παραγωγικότητα και σε μια οικονομία που μπορεί να αντιμετωπίζει τις κρίσεις χωρίς να επιστρέφει στα λάθη του παρελθόντος.