
Άδεια των μισθωτών
Επειδή το τέλος Ιουλίου και τον Αύγουστο έχουμε την χορήγηση των περισσοτέρων αδειών υπενθυμίζουμε τις ισχύουσες διατάξεις, τις τελευταίες τροποποιήσεις του ν. 5239/2025 και σε συνέχεια των όσων γράψαμε για την άδεια των διευθυντικών στελεχών
Ο τρόπος χορηγήσεως των αδειών
Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο που ισχύει από 1.1.2004, με τον Ν. 3302/04 σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του Ν. 4808/21 (και οι οποίοι κωδικοποιήθηκαν στον Κώδικα Εργατικού Δικαίου ΠΔ 62/2025, άρθρα 220 έως 226, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση με τα άρθρα 9 και 10 του ν. 5239/2025) άδεια δικαιούνται να λάβουν οι προσλαμβανόμενοι μισθωτοί αμέσως (αναλογικά με τον χρόνο που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη), χωρίς να χρειάζεται δηλαδή η συμπλήρωση βασικού χρόνου (12 μηνών ή 10 μηνών).
Συγκεκριμένα:


Επισημάνσεις:
Αν δεν χορηγηθούν τμήματα αδείας μέχρι 31.12, πρέπει να χορηγηθεί ολόκληρη η άδεια μέχρι 31..3 του επομένου έτους.
Εάν κατά τον υπολογισμό των τμημάτων αδείας προκύπτει δεκαδικός αριθμός (ατελής διαίρεση, ιδίως επί πενθημέρου), ο αριθμός αυτός στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα εφ’ όσον υπερβαίνει το 0,50.

Επισήμανση
Κρίσιμο σημείο για την εξεύρεση του αριθμού των ημερών αδείας, είναι το χρονικό σημείο χορηγήσεως της αδείας.
Επειδή όμως είναι επιτρεπτή η κατάτμηση της αδείας, πρέπει να δεχθούμε ότι αν μέσα στο ημερολογιακό έτος και μετά από τη λήψη της αδείας συμπληρώνονται οι προϋποθέσεις λήψεως επί πλέον ημερών (π.χ. συμπλήρωση της 10ετίας στον ίδιο εργοδότη), τότε ο μισθωτός δικαιούται μέχρι 31 Μαρτίου του επομένου έτους να λάβει και τις επί πλέον αυτές ημέρες αδείας.
Ημέρες υπολογιζόμενες στην άδεια
Για τον προσδιορισμό των δικαιούμενων ημερών αδείας, υπολογίζονται μόνον οι εργάσιμες ημέρες.
Σε επιχειρήσεις συνεχούς λειτουργίας (24 ώρες την ημέρα για 7 ημέρες την εβδομάδα ή 24/7), ως «εργάσιμες» θεωρούνται και οι Κυριακές και ημέρες αργίας, κατά τις οποίες, κατά το πρόγραμμα εργασίας, οφείλεται η παροχή εργασίας.
Για τους μισθωτούς με πενθήμερο δεν περιλαμβάνεται στις ημέρες αδείας η 6η ημέρα της εβδομάδος κατά την οποία δεν απασχολούνται (περιλαμβάνεται όμως ως προς τις αποδοχές αδείας, όπως πιο κάτω αναλύουμε).
Χρόνος χορήγησης της αδείας – δυνατότητα κατάτμησης της άδειας από το τρίτο ημερολογιακό έτος
Χρόνος χορήγησης της αδείας
Διακανονίζεται μεταξύ μισθωτών και εργοδότου.
Οι μισοί τουλάχιστον από τους μισθωτούς πρέπει να λαμβάνουν άδεια μέσα στο χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου.
Ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια εντός διμήνου αφ’ ης διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα.
Υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια μέχρι 31 Μαρτίου του επομένου έτους έστω και αν η άδεια δεν έχει ζητηθεί.
Δυνατότητα κατάτμησης της άδειας από το τρίτο ημερολογιακό έτος
Η άδεια χορηγείται αυτούσια (κανονικώς, μόνον κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας η αξίωση μετατρέπεται σε χρηματική).
Κατά τα δύο πρώτα έτη η άδεια χορηγείται, όπως ήδη αναπτύξαμε, σύμφωνα με το νόμο σε τμήματα, ενώ από το τρίτο ημερολογιακό έτος και εφεξής, ολόκληρη.
Κατάτμηση αδείας, κατά το τρίτο και εφεξής έτος, κατά τα οποία χορηγείται ολόκληρη, επιτρέπεται κατά το άρθρο 10 του Ν. 5239/25 (ΔΕΝ 2025, τ. 1827 σ. 1266), όπου ορίζονται τα εξής:
«1. Η άδεια λαμβάνεται, καταρχήν, αδιαίρετη σε συνεχείς ημέρες. Ο εργαζόμενος δύναται, κατ’ εξαίρεση, να λαμβάνει μέρος της αδείας του, σύμφωνα με τις προσωπικές του ανάγκες, κατόπιν έγγραφου αιτήματός του και αποδοχής από τον εργοδότη. Υποχρεωτικά ένα τουλάχιστον μέρος της αδείας περιλαμβάνει τουλάχιστον έξι (6) εργάσιμες ημέρες επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και πέντε (5) εργάσιμες ημέρες επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή, προκειμένου περί ανηλίκων, δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες.
2. Το αίτημα του εργαζομένου, καθώς και η απόφαση του εργοδότη δεν απαιτούν έγκριση από την αρμόδια Υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας, διατηρούνται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, και είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας».
Η, εν λόγω, κατάτμηση αφορά το τρίτο και εφεξής ημερολογιακό έτος, αφού κατά τα δύο πρώτα έτη η άδεια χορηγείται εκ του νόμου σε τμήματα.
Η διάταξη για τμήμα αδείας 5 ή 6 ημερών ανήκει στις προστατευτικές διατάξεις του εργατικού δικαίου και ως εκ τούτου αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο μη επιδεχόμενο αντίθετη συμφωνία μεταξύ εργοδότου-μισθωτού, ούτε παραίτηση του μισθωτού.
Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί και ομαδικώς, αρκεί να υπάρχει σαφής και ρηρά διατυπωμένος όρος στην Ατομική Σύμβαση εργασίας.
Για κάθε διένεξη ως προς την άδεια, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να προσφεύγουν στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.
Αποδοχές και επίδομα αδείας
Αποδοχές και επίδομα αδείας
Κατά την διάρκεια της αδείας οφείλονται στον μισθωτό οι «συνήθεις αποδοχές», εκείνες δηλαδή που θα ελάμβανε εάν απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο. Οι συνήθεις αποδοχές δεν ταυτίζονται με τις τακτικές αποδοχές αφού δεν περιλαμβάνουν και παροχές (τακτικές) που χορηγούνται σε άλλα χρονικά σημεία του έτους. Δηλαδή δεν περιλαμβάνουν π.χ. αναλογία των επιδομάτων εορτών.
Οι αποδοχές αδείας είναι οι ίδιες τόσο για μισθωτούς με πενθήμερο όσο και για μισθωτούς με εξαήμερο, αφού, όπως είναι γνωστό, και στο σύστημα του πενθημέρου οφείλεται αμοιβή και για την 6η ημέρα της εβδομάδος (6 ημερομίσθια ή 6/25 του μισθού καθ’ εβδομάδα), όπως και στο εξαήμερο.
Το οφειλόμενο σε κάθε περίπτωση αδείας επίδομα αδείας είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τον μισό μισθό ή τα 13 ημερομίσθια.
Τονίζεται ότι το ανωτέρω όριο των αποδοχών -κατά περίπτωση- ενός 15νθημέρου (1/2 συνήθως καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών) ή 13 εργασίμων (το 6ήμερου συστήματος) ημερών ισχύει για κάθε ημερολογιακό έτος.
Συνεπώς στα πλαίσια εφαρμογής των ρυθμίσεων που ισχύουν με την εφαρμογή του N. 3302/04, επίδομα αδείας μέχρι του ανωτέρω ορίου δικαιούται ο μισθωτός:
α) για το έτος της προσλήψεως,
β) για το δεύτερο ημερολογιακό έτος, καθώς και
γ) για κάθε ημερολογιακό έτος πέραν αυτού.
Επίδομα αδείας σε περίπτωση διαφορετικών συμβάσεων
Το πιο πάνω ανώτατο όριο αυτό ισχύει για την απασχόληση κάθε ημερολογιακό έτος στον ίδιο εργοδότη, με την ίδια σύμβαση εργασίας.
Αν πρόκειται για μισθωτούς που απασχολούνται μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος με δύο διαφορετικές συμβάσεις (π.χ. μία αορίστου χρόνου η οποία λύθηκε, και άλλη αορίστου ή ορισμένου χρόνου η οποία έχει συναφθεί μέσα στο ίδιο έτος) ή με δύο συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει κατά κανόνα με τους καθηγητές φροντιστηρίων, το όριο ισχύει για κάθε μία σύμβαση ιδιαιτέρως.
Συνεπώς η λήψη δηλαδή επιδόματος αδείας πλήρους για την πρώτη σύμβαση του ιδίου ημερολογιακού έτους δεν έχει ως συνέπεια το να μη οφείλεται επίδομα αδείας και για την δεύτερη σύμβαση.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους απασχολουμένους με διαλείπουσα απασχόληση.
Δεν υπάρχει ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού του επιδόματος αδείας, αφού, όπως ήδη λέχθηκε, ακολουθεί τις αποδοχές αδείας (και τον τρόπο υπολογισμού τους).
Χρόνος καταβολής αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας
Οι αποδοχές και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας, κατά ρητή διάταξη του νόμου. Τονίζουμε ότι για την καταβολή του επιδόματος αδείας δεν καθορίζεται από την νομοθεσία μας ορισμένο χρονικό σημείο μέσα στο έτος, αλλά το επίδομα αυτό καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές αδείας κατά τον χρόνο ενάρξεως της αδείας (ολόκληρης ή κάθε τμήματος αυτής). Κατά συνέπεια και για το επίδομα αδείας λαμβάνονται υπ’ όψη οι αποδοχές του συγκεκριμένου διαστήματος της αδείας.
Και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου οφείλεται η άδεια κατά τους ίδιους όρους της περί αδείας νομοθεσίας (σχετικό Εγγρ. Υπ. Εργασίας).
Βιβλίο αδειών
Με την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 περ. γ’ του Ν. 5239/25 καταργείται από 1-1-26 το Βιβλίο Αδειών και η υποχρέωση υποβολής Ε11 (γνωστοποίηση των εργαζομένων που έλαβαν άδεια). Διατηρήθηκε η υποχρέωση όσον αφορά τις άδειες του έτους 2025. Για την υποβολή του Ε11 έτους 2025 δόθηκε παράταση προθεσμίας έως 30.6.2026.
Συνέπειες μη χορηγήσεως της αδείας – Κυρώσεις – Παραγραφή
Η χορήγηση της αδείας είναι υποχρεωτική.
Η μη χορήγηση της νόμιμης ετήσιας κανονικής άδειας στους μισθωτούς από υπαιτιότητα του εργοδότη επισύρει διοικητικές, ποινικές και αστικές/οικονομικές κυρώσεις σύμφωνα με την ελληνική εργατική νομοθεσία (Α.Ν. 539/1945, Ν. 3996/2011, Ν. 4808/2021 και ΚΕΔ ΠΔ 62/2025, όπως ισχύει.
Ανεπίτρεπτη η παραίτηση από το δικαίωμα αδείας (Πορ. Νομ. – ΔΕΝ 2024 τ. 1810 σ. 628 (629).
Υποχρεωτική και η χορήγηση διαστημάτων 5 ή 6 ημερών επί κατατμήσεως της αδείας (βλ. και ανωτέρω).
Αστικές κυρώσεις, σε περίπτωση μη χορηγήσεως της άδειας
Σε περίπτωση μη χορηγήσεως της αδείας μέχρι την 31 Μαρτίου του επομένου ημερολογιακού έτους, ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει τις αποδοχές αδείας, απλές μεν όταν δεν υπήρξε άρνηση χορηγήσεως της αδείας, διπλές δε όταν η άδεια ζητήθηκε αλλά ο εργοδότης αρνήθηκε την χορήγησή της
Επίσης υποχρεούται να καταβάλει το επίδομα αδείας. Με την πάροδο της 31/3 του επομένου έτους, η αξίωση μετατρέπεται σε χρηματική.
Η αξίωση λήψεως των αποδοχών (απλών ή διπλών) και του επιδόματος αδείας υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 εδ. 17 του Αστικού Κώδικα.
Kυρώσεις:
Διοικητικές κυρώσεις:
Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 80016/2022 (ΦΕΚ 4629Β’) Υ.Α. του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων σχετικά με παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις περί αδείας, η Επιθεώρηση Εργασίας δύναται να επιβάλει τα ακόλουθα πρόστιμα:

Ποινικές κυρώσεις:
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 7 του α.ν. 539/1945 ο εργοδότης που δεν χορηγεί άδεια από πρόθεση υπέχει και ποινική ευθύνη και ειδικότερα το άρθρο 28 ν. 3996/2011 προβλέπει ότι: «1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α’ 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζόμενων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν.»
ot.gr