Οι «Αδιάφθοροι» της ΕΛ.ΑΣ. στο στόχαστρο της διαφθοράς στην Κρήτη – Από τα «λαδάκια» στις μεγάλες δικογραφίες

Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Υπάρχει μια μάχη που η Ελληνική Αστυνομία δεν δίνει μόνο απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα, στις συμμορίες και στα κυκλώματα. Δίνεται και στο εσωτερικό της. Είναι η μάχη απέναντι σε εκείνους που, σύμφωνα με τις δικογραφίες που έχουν σχηματιστεί τα τελευταία χρόνια, φέρονται να ξέχασαν τον όρκο τους και να χρησιμοποίησαν τη στολή, την υπηρεσιακή ιδιότητα και την πρόσβαση που τους παρείχε η θέση τους για προσωπικό όφελος ή για να εξυπηρετήσουν τρίτους.
Είναι οι υποθέσεις που φτάνουν στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας, τους γνωστούς «Αδιάφθορους». Υποθέσεις που ξεκινούν άλλοτε από μια καταγγελία και άλλοτε από πληροφορίες που φτάνουν στις αρμόδιες υπηρεσίες και οδηγούν σε έρευνες, συλλήψεις και δικογραφίες. Από το μικρό «λαδάκι» για να γίνει μια δουλειά μέχρι τις πολύ σοβαρότερες περιπτώσεις, όπου αστυνομικοί ελέγχονται για πιθανές διασυνδέσεις με εγκληματικές ομάδες.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η συντριπτική πλειονότητα των αστυνομικών συνεχίζει καθημερινά να κάνει τη δουλειά της κάτω από δύσκολες συνθήκες. Οι περιπτώσεις εκείνων που ελέγχονται ή κατηγορούνται δεν μπορούν να αποτελούν συλλογική ταυτότητα ενός ολόκληρου Σώματος. Κάθε φορά, όμως, που ένας ένστολος βρίσκεται απέναντι στη Δικαιοσύνη για υπόθεση διαφθοράς, το πλήγμα στην αξιοπιστία είναι πραγματικό.
Στην Κρήτη, μάλιστα, οι υποθέσεις των τελευταίων ετών έχουν δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο πεδίο έρευνας. Από καταγγελίες για χρηματισμό και εξυπηρετήσεις μέχρι τις μεγάλες έρευνες για το οργανωμένο έγκλημα, οι Αρχές έχουν βρεθεί αντιμέτωπες και με την ανάγκη να ελέγξουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν ή λειτούργησαν συγκεκριμένοι ένστολοι.
Στα Χανιά έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια υποθέσεις που αφορούν αστυνομικούς ή άλλους κρατικούς λειτουργούς, ενώ ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσαν έρευνες για καταγγελίες χρηματισμού και διευκολύνσεων σε ελέγχους καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Σε άλλη υπόθεση, αστυνομικός της Τροχαίας Χανίων ελέγχθηκε για αδικήματα που συνδέονται με εκβίαση, δωροληψία και παράβαση καθήκοντος.
Ακόμη πιο βαριές ήταν οι σκιές που δημιουργήθηκαν μετά τις έρευνες για το οργανωμένο έγκλημα στην Κρήτη. Οι δικογραφίες της ΔΑΟΕ και των άλλων υπηρεσιών περιέλαβαν αναφορές σε πιθανές επαφές ή διαρροές πληροφοριών και οδήγησαν σε εσωτερικούς ελέγχους, μετακινήσεις και παραπομπές υποθέσεων στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων.
Από τις «σβησμένες» κλήσεις μέχρι τις μεγάλες δικογραφίες
Μία από τις υποθέσεις που ανέδειξαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το πρόβλημα ήταν και εκείνη των Χανίων με το θανατηφόρο τροχαίο που συγκλόνισε την Κρήτη. Η Ελληνική Αστυνομία είχε ανακοινώσει ότι ο οδηγός της Porsche είχε προηγουμένως ελεγχθεί, ότι του αφαιρέθηκαν τα κλειδιά και παραδόθηκαν σε άλλο πρόσωπο, ωστόσο στη συνέχεια ο ίδιος απέκτησε ξανά πρόσβαση στο όχημα. Λίγο αργότερα σημειώθηκε το θανατηφόρο τροχαίο.
Η υπόθεση δεν έμεινε μόνο στο τροχαίο. Άνοιξε παράλληλα ένας δεύτερος κύκλος ερευνών για τον τρόπο με τον οποίο ενήργησαν οι αστυνομικοί που είχαν προηγουμένως σταματήσει τον οδηγό. Διατάχθηκε διοικητική έρευνα, ενώ η υπόθεση διαβιβάστηκε και στον αρμόδιο εισαγγελέα για τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών.
Είναι ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις που ο ρόλος των Εσωτερικών Υποθέσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Γιατί ο έλεγχος δεν μπορεί να σταματά στην πρώτη εικόνα. Πρέπει να εξετάζει ποιος έκανε τι, ποιος γνώριζε τι, ποιος παρέλειψε μια ενέργεια και, κυρίως, αν υπήρχε σκοπιμότητα πίσω από μια υπηρεσιακή πράξη ή παράλειψη.
Την ίδια ώρα, η εικόνα της Αστυνομίας δεν είναι μόνο αυτή των εσωτερικών ελέγχων. Είναι και η εικόνα των υπηρεσιών που καθημερινά εξιχνιάζουν βαριές εγκληματικές υποθέσεις.
Τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας δείχνουν ότι το 2025 το ποσοστό εξιχνίασης ανθρωποκτονιών σε πανελλαδικό επίπεδο έφτασε το 100%, ενώ κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στο 94,64%. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν το σύνολο της χώρας και όχι αποκλειστικά την Κρήτη.
Στην Κρήτη, πάντως, υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα δύσκολων υποθέσεων που οδηγήθηκαν στην εξιχνίαση. Στα Χανιά, η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων έχει χειριστεί και εξιχνιάσει σοβαρές υποθέσεις ανθρωποκτονιών, μεταξύ αυτών την υπόθεση της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη το 2026, αλλά και παλαιότερες ιδιαίτερα σύνθετες υποθέσεις.
Στο Ηράκλειο, αντίστοιχα, τα επίσημα στοιχεία της αστυνομικής αποτίμησης για την περίοδο 2023-2024 κατέγραψαν 100% εξιχνίαση των ανθρωποκτονιών και των αποπειρών ανθρωποκτονίας που περιλαμβάνονταν στην αντίστοιχη αξιολόγηση.
Αυτό είναι το ένα πρόσωπο της Αστυνομίας: οι υπηρεσίες που βρίσκουν τους δράστες, συγκεντρώνουν στοιχεία, αξιοποιούν τηλεφωνικές επικοινωνίες, βίντεο, DNA και μαρτυρίες και οδηγούν δύσκολες υποθέσεις στη Δικαιοσύνη.
Το άλλο πρόσωπο είναι εκείνο που πρέπει να ελεγχθεί από τους ίδιους τους μηχανισμούς της.
Όταν οι Αδιάφθοροι πλησιάζουν την πόρτα των παλιών υποθέσεων
Και υπάρχει μια άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας, ίσως λιγότερο ορατή, αλλά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων και η ΔΑΟΕ καταγράφουν επιτυχίες και ανοίγουν ολοένα και περισσότερους φακέλους, κάποιοι που έχουν περάσει στο παρελθόν από θέσεις με αυξημένες ευθύνες γνωρίζουν ότι οι παλιές υποθέσεις μπορούν να επιστρέψουν στο προσκήνιο.
Ένας από αυτούς, σύμφωνα με πληροφορίες που εξετάζονται, βρίσκεται πλέον ο ίδιος στο μικροσκόπιο, με καθυστέρηση που προκαλεί ερωτήματα. Πρόκειται για πρόσωπο που στο παρελθόν είχε υπηρετήσει σε θέση που συνδεόταν με την καταπολέμηση της διαφθοράς, ενώ σήμερα ελέγχεται για διαφορετικές πτυχές της προηγούμενης δραστηριότητάς του.
Πρώην συνάδελφοί του έχουν κάνει λόγο για στοιχεία που, κατά την εκτίμησή τους, χρήζουν διερεύνησης, μεταξύ άλλων και για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση. Πρόκειται, βεβαίως, για ζητήματα που βρίσκονται υπό έλεγχο και δεν αποτελούν δικαστικά διαπιστωμένα γεγονότα.
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται και ο χειρισμός παλαιότερων δικογραφιών, καθώς υπάρχουν αναφορές ότι συγκεκριμένες υποθέσεις μπορεί να χρησιμοποιήθηκαν σε μια περίοδο έντονης εσωτερικής αντιπαράθεσης, ακόμη και ως μέσο προσωπικής αντεκδίκησης μετά από υπηρεσιακές εξελίξεις και μη προαγωγή. Και εδώ, το κρίσιμο δεν είναι η φημολογία, αλλά τι ακριβώς θα προκύψει από τον έλεγχο των φακέλων, των ενεργειών και των πραγματικών περιστατικών.
Το ενδιαφέρον είναι ότι σήμερα οι ίδιες υπηρεσίες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα επιστρέφουν, με διαφορετικό πλέον βλέμμα, σε παλιές υποθέσεις. Οι επιτυχίες της ΔΑΟΕ και των Αδιάφθορων λειτουργούν έτσι και ως υπενθύμιση ότι οι έλεγχοι μπορούν να φτάσουν πολύ βαθιά, ακόμη και σε πρόσωπα που κάποτε βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού.
Και σύμφωνα με τις πληροφορίες του ρεπορτάζ, η συγκεκριμένη υπόθεση βρίσκεται πλέον κοντά σε κρίσιμο στάδιο.
Είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική ειρωνεία της ιστορίας: κάποιος που κάποτε υπηρετούσε σε θέση ελέγχου της διαφθοράς βρίσκεται σήμερα να ελέγχεται από τους ίδιους τους μηχανισμούς που έχουν ως αποστολή να εντοπίζουν φαινόμενα διαφθοράς. Από τη θέση του ελεγκτή πέρασε στη θέση του ελεγχόμενου και τώρα οι φάκελοι που ανοίγουν ξανά καλούνται να δώσουν τις απαντήσεις που δεν δόθηκαν όταν έπρεπε.
Η πραγματική μάχη
Οι αριθμοί των συλλήψεων και των εξιχνιάσεων έχουν τη δική τους σημασία. Από την έναρξη λειτουργίας της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, τον Οκτώβριο του 2024, έως τον Αύγουστο του 2026, η Ελληνική Αστυνομία έχει ανακοινώσει ότι η υπηρεσία χειρίστηκε 1.361 σοβαρές υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος, με 5.084 κατηγορούμενους και 2.959 συλλήψεις, ενώ αναφέρθηκαν και 756 προσωρινές κρατήσεις. Παράλληλα, ανακοινώθηκε η εξάρθρωση 238 εγκληματικών οργανώσεων ή ομάδων.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, η μάχη κατά της διαφθοράς δεν είναι μια παράλληλη υπόθεση. Είναι μέρος της ίδιας προσπάθειας. Γιατί μια Αστυνομία που θέλει να χτυπήσει το οργανωμένο έγκλημα πρέπει πρώτα να προστατεύσει τα δικά της στεγανά και να αποδεικνύει στην πράξη ότι κανένας ένστολος δεν βρίσκεται υπεράνω του ελέγχου.
Οι «Αδιάφθοροι» λοιπόν δεν κρίνονται μόνο από τις συλλήψεις. Κρίνονται και από το πόσο βαθιά μπορούν να φτάσουν όταν ο φάκελος αφορά έναν δικό τους άνθρωπο, έναν πρώην συνάδελφο ή ακόμη και κάποιον που κάποτε είχε βρεθεί στην ίδια υπηρεσιακή πλευρά.
Γιατί η πραγματική αξιοπιστία ενός μηχανισμού ελέγχου δεν αποδεικνύεται όταν ελέγχει τους άλλους. Αποδεικνύεται όταν μπορεί να ανοίξει και τις πόρτες του δικού του παρελθόντος.
Και στην Κρήτη, όπου η μάχη απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα έχει πλέον περάσει σε διαφορετική φάση, οι φάκελοι φαίνεται πως δεν τελειώνουν εκεί όπου έκλεισαν κάποτε. Κάποιοι ανοίγουν ξανά.
Γιατί μπορεί το ηθικό των αδιάφθορων να πλήττεται για λίγο βλέποντας «Βρωμιαρηδες» να αλωνίζουν αλλά στην επόμενη σύλληψη το ενισχύουν και συνεχίζουν.