Μακροχρόνια ανεργία και χαμηλοί μισθοί κρατούν πίσω την αγορά εργασίας στην Ελλάδα

Η εικόνα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα εμφανίζει σημάδια βελτίωσης σε επίπεδο τίτλων, ωστόσο πίσω από τη μείωση της ανεργίας παραμένουν βαθιές και διαρθρωτικές αδυναμίες. Παρότι το ποσοστό ανεργίας έχει υποχωρήσει σε μονοψήφια επίπεδα, εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που διαμορφώνεται περίπου στο 6%.
Τον Μάρτιο του 2026, η ανεργία διαμορφώθηκε στο 9%, έναντι 9,4% τον Μάρτιο του 2025 (αναθεωρημένο προς τα κάτω) και 8,6% τον Φεβρουάριο του 2026 (αναθεωρημένο προς τα πάνω). Ωστόσο, η διαφοροποίηση μεταξύ φύλων παραμένει έντονη: στις γυναίκες η ανεργία ανήλθε στο 11,5% από 11,7% πέρυσι, ενώ στους άνδρες διαμορφώθηκε στο 6,9% από 7,5%.
Σε απόλυτους αριθμούς, οι άνεργοι ανήλθαν σε 436.057 άτομα, μειωμένοι κατά 10.632 σε σχέση με τον Μάρτιο του 2025 (πτώση 2,4%), αλλά αυξημένοι κατά 19.021 σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2026 (άνοδος 4,6%).
Η ανεργία στους νέους ηλικίας 15-24 ετών παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, στο 21% από 21,1% ένα χρόνο πριν, ενώ για την ηλικιακή ομάδα 25-74 ετών διαμορφώθηκε στο 8,3% από 8,8%. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4.412.383 άτομα, σημειώνοντας αύξηση κατά 117.047 άτομα σε ετήσια βάση (2,7%) και οριακή άνοδο κατά 3.645 άτομα σε μηνιαία βάση (0,1%).
Παράλληλα, τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού —δηλαδή όσοι δεν εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία— διαμορφώθηκαν σε 2.876.809 άτομα, μειωμένα κατά 141.058 σε σχέση με τον Μάρτιο του 2025 και κατά 26.947 σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2026. Ωστόσο, το μέγεθος αυτής της κατηγορίας παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, εγείροντας προβληματισμό σε μια οικονομία που αντιμετωπίζει έλλειψη εργατικού δυναμικού.
Ανάλυση του Ινστιτούτου Λέβι, με βάση στοιχεία Φεβρουαρίου 2026, ανεβάζει τον αριθμό των ατόμων εκτός αγοράς εργασίας στα 2.906.800, επιβεβαιώνοντας τη διάσταση του προβλήματος.
Πρωτιά στη μακροχρόνια ανεργία
Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο 5,4%, χωρίς ουσιαστική βελτίωση παρά την οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η απόκλιση μεταξύ των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και των εγγεγραμμένων ανέργων της ΔΥΠΑ, οι οποίοι ανέρχονται σε 903.928 άτομα — περισσότεροι από διπλάσιοι σε σχέση με τον επίσημο αριθμό.
Οι μακροχρόνια εγγεγραμμένοι άνεργοι φτάνουν τα 412.191 άτομα, αντιπροσωπεύοντας το 45,6% του συνόλου. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση καταγράφεται στην ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών (268.539 άτομα ή 29,7%), δηλαδή στο πιο παραγωγικό και εξειδικευμένο τμήμα του εργατικού δυναμικού, με έντονες επιπτώσεις στο φαινόμενο της διαρροής εγκεφάλων.
Απασχόληση με χαμηλή παραγωγικότητα
Η αύξηση της απασχόλησης χαρακτηρίζεται σχετικά ισχυρή, ωστόσο αφορά κυρίως θέσεις ανειδίκευτης και χαμηλόμισθης εργασίας, με χαμηλή παραγωγικότητα. Η οικονομία στηρίζεται δυσανάλογα σε τομείς όπως ο τουρισμός και η φιλοξενία, που απορροφούν εργατικό δυναμικό χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και περιορισμένη συμβολή στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.
Χαμηλοί μισθοί και ασθενής αγοραστική δύναμη
Παρά τη σχεδόν πλήρη ανάκαμψη της απασχόλησης και των ωρών εργασίας στα προ κρίσης επίπεδα, οι αμοιβές παραμένουν από τις χαμηλότερες στην ΕΕ σε όρους αγοραστικής δύναμης, ενώ ο χρόνος εργασίας είναι από τους υψηλότερους.
Ο συνδυασμός αυτός —υψηλή ένταση εργασίας και χαμηλές αποδοχές— δημιουργεί ένα μοντέλο «απασχόλησης χωρίς ανάπτυξη», όπου η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση της ζήτησης.
Οι θεσμικές αλλαγές της περιόδου των μνημονίων, όπως η αυξημένη ευελιξία της αγοράς εργασίας και η εσωτερική υποτίμηση, συνεχίζουν να επηρεάζουν τη δομή των μισθών, διατηρώντας μεγάλο μέρος των εργαζομένων κοντά στον κατώτατο μισθό.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενισχύοντας τις ανησυχίες ότι η τρέχουσα ανάπτυξη δεν στηρίζεται σε μια βιώσιμη εισοδηματική βάση.
Παράλληλα, η άνιση κατανομή της απασχόλησης μεταξύ υψηλής και χαμηλής εξειδίκευσης, σε συνδυασμό με τον σημαντικό αριθμό ανέργων και υποαπασχολούμενων, αποτελεί βασική πρόκληση για τη διατήρηση των καταναλωτικών δαπανών σε επίπεδα ικανά να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη.
newmoney.g