Β.Τσιομπανίδης-Α.Κ.Κ.ΕΛ: «Να ερευνηθούν Υπουργοί και Βουλευτές γιατί δηλώνουν βοσκότοπους στα πόθεν έσχες-Η “μητέρα” των δικογραφιών έρχεται τον Μάιο με 40 βουλευτές»

Μια συζήτηση που ξεκίνησε από τις «παράδοξες» δηλώσεις βοσκοτόπων κατέληξε σε μια ευθεία πολιτική καταγγελία με βαριές αιχμές για το σύνολο του πολιτικού συστήματος και κυρίως για την κυβερνητική διαχείριση του αγροτικού τομέα. Ο πρόεδρος του ΑΚΚΕΛ, Βάκης Τσιομπανίδης, μιλώντας στον Politica 89.8 και στον Χρήστο Κώνστα, περιέγραψε ένα σκηνικό που, όπως υποστηρίζει, ξεπερνά τα όρια της παθογένειας και αγγίζει οργανωμένες πρακτικές, με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των εξελίξεων.
«Βοσκότοποι παντού»: Από τα αεροδρόμια μέχρι τη… θάλασσα
Ο Βάκης Τσιομπανίδης περιέγραψε ένα σύστημα δηλώσεων που, όπως είπε, ξεπερνά κάθε λογική, με βοσκότοπους να εμφανίζονται όχι μόνο σε αγροτικές εκτάσεις αλλά ακόμη και σε αεροδρόμια, λίμνες, ποτάμια, νεκροταφεία και , όπως χαρακτηριστικά ανέφερε , ακόμη και στη θάλασσα ή στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για μια «τεχνική λύση» που αξιοποιήθηκε διαχρονικά για την ενεργοποίηση δικαιωμάτων χωρίς αντίστοιχη κατοχή ζώων, μια πρακτική που, όπως υπογράμμισε, πρέπει να σταματήσει οριστικά με νομοθετική παρέμβαση.
Παρέμβαση στην Ευρώπη και νέα κατάθεση
Ο πρόεδρος του ΑΚΚΕΛ υπενθύμισε ότι ήδη από τον Ιανουάριο του 2025 το κόμμα του έφερε το ζήτημα στις Βρυξέλλες, παρουσιάζοντας το μοντέλο των «εικονικών» βοσκοτόπων στην Επιτροπή Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αποκάλυψε, έχει κληθεί να καταθέσει εκ νέου στις 6 Μαΐου, στο πλαίσιο των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, επιλέγοντας μάλιστα να παραστεί όχι ως απλός μάρτυρας αλλά ως πολιτική αγωγή «κατά παντός υπευθύνου».
«Πόθεν έσχες» με βοσκότοπους και πολιτικά ερωτήματα
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης πολιτικών προσώπων, θέτοντας ευθέως ζήτημα διερεύνησης για υπουργούς, βουλευτές, δημάρχους και περιφερειάρχες που εμφανίζονται να διαθέτουν βοσκότοπους. Όπως σημείωσε, το ερώτημα δεν είναι η κατοχή καθεαυτή, αλλά αν συνδέεται με επιδοτήσεις και αν υπάρχει πραγματική αγροτική δραστηριότητα πίσω από αυτές τις δηλώσεις.
Ειδικά για περιπτώσεις πολιτικών από αστικά κέντρα που εμφανίζονται με αγροτικές εκτάσεις, έκανε λόγο για «παράδοξα» που μόνο η Δικαιοσύνη μπορεί να διερευνήσει, ζητώντας ρητά να εξεταστούν όλα τα στοιχεία.
Ρουσφέτια ή απάτη;
Ο Βάκης Τσιομπανίδης προχώρησε σε μια σαφή διάκριση. «Άλλο η πολιτική πίεση για επίσπευση διαδικασιών και άλλο η αλλοίωση στοιχείων για τη λήψη επιδοτήσεων», τονισε.Στην πρώτη περίπτωση μίλησε για διαχρονική παθογένεια του πολιτικού συστήματος, στη δεύτερη όμως ήταν κατηγορηματικός: «δεν είναι εξυπηρέτηση, είναι απάτη».
Παραδέχθηκε ότι τέτοιες πρακτικές υπήρξαν, συνδέοντάς τες μάλιστα με εκλογικά αποτελέσματα στον αγροτικό κόσμο, ενώ άφησε αιχμές ότι η κυβέρνηση όχι μόνο δεν αντιμετώπισε το φαινόμενο, αλλά εντάχθηκε σε αυτό.
Δικογραφίες σε κύματα και βαριές κατηγορίες
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπόθεση εξελίσσεται σε πολλαπλά επίπεδα, με δικογραφίες που προχωρούν ανά θητεία υπουργών. Προέβλεψε ότι μέρος των εμπλεκομένων θα αντιμετωπίσει κακουργηματικές κατηγορίες, ενώ άλλοι ενδέχεται να κατηγορηθούν για πλημμελήματα ή να δικαιολογηθούν λόγω θεσμικών παρεμβάσεων.
Ωστόσο, η πιο βαριά καταγγελία αφορά την επόμενη φάση: όπως ανέφερε, «η μητέρα των δικογραφιών» αναμένεται μετά το Πάσχα, με πληροφορίες, όπως είπε , από ευρωπαϊκές πηγές, να κάνουν λόγο για εμπλοκή άνω των 40 βουλευτών.
«Δεν έχουμε δει τίποτα ακόμη»
Ο ίδιος περιέγραψε τεράστιο όγκο κατασχεθέντος υλικού, κάνοντας λόγο για μια υπόθεση που θα διαρκέσει χρόνια, λόγω της πολυπλοκότητας και της έλλειψης επαρκών ελεγκτικών μηχανισμών. Εκτίμησε ότι κάθε υπουργική θητεία θα «ανοίγει» νέα κομμάτια της έρευνας, προμηνύοντας διαρκείς αποκαλύψεις.
Ταυτόχρονα άσκησε δριμεία κριτική στη νέα ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, υποστηρίζοντας ότι οι επιλογές γίνονται με κριτήρια πολιτικής διαχείρισης και όχι γνώσης του αγροτικού τομέα. Ειδικά για τον ρόλο ευρωπαϊκών διασυνδέσεων, εκτίμησε ότι στόχος είναι ο περιορισμός των προστίμων που ενδέχεται να επιβληθούν στη χώρα, μεταφέροντας τελικά το κόστος στον Έλληνα φορολογούμενο.