Γ. Αγαλιώτης: «Φορολογούμενοι δύο ταχυτήτων-Το τεκμαρτό οδηγεί σε υπερφορολόγηση των επαγγελματιών»

Δημοσιεύτηκε στις 07/09/2026 18:00

Γ. Αγαλιώτης: «Φορολογούμενοι δύο ταχυτήτων-Το τεκμαρτό οδηγεί σε υπερφορολόγηση των επαγγελματιών»
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Πίσω από τους αριθμούς των εξαγγελιών της ΔΕΘ, τις μειώσεις φορολογικών συντελεστών, τις αυξήσεις μισθών και τις νέες κυβερνητικές παρεμβάσεις υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσα από αυτά μεταφράζονται τελικά σε πραγματική ελάφρυνση για τον πολίτη και τη μικρή επιχείρηση και πόσα χάνονται μέσα σε ένα φορολογικό σύστημα που εξακολουθεί να παράγει στρεβλώσεις;

Ο οικονομολόγος και φοροτεχνικός Γιώργος Αγαλιώτης, μιλώντας στον Politica 89.8, στον Χρήστο Κώνστα και στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά», επιχείρησε μια πρώτη αποτίμηση των οικονομικών μέτρων που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ, κρατώντας σαφείς αποστάσεις από εύκολα συμπεράσματα μέχρι να υπάρξει η πλήρης εξειδίκευσή τους.

Η βασική του θέση, ωστόσο, ήταν ξεκάθαρη: το σημερινό σύστημα τεκμαρτής φορολόγησης δημιουργεί, όπως υποστήριξε, υπερφορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών και των ατομικών επιχειρήσεων, ενώ το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαφορετικά τον μισθωτό από τον αυτοαπασχολούμενο ως προς το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης.

Παράλληλα, άσκησε κριτική στη μικρή μείωση της προκαταβολής φόρου, προειδοποίησε ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού χωρίς μεγαλύτερη αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών μπορούν να μετακυλιστούν στις τιμές και έβαλε στο μικροσκόπιο τον λεγόμενο «εθνικό κουμπαρά», θέτοντας το ερώτημα από πού θα προκύψουν οι αποδόσεις που παρουσιάστηκαν.

«Το τεκμαρτό έχει οδηγήσει σε μεγάλη υπερφορολόγηση»

Ο Γιώργος Αγαλιώτης ξεκίνησε επισημαίνοντας ότι η ασφαλής αποτίμηση των μέτρων προϋποθέτει να δημοσιοποιηθούν οι λεπτομέρειες και οι σχετικές φορολογικές εγκύκλιοι. Ωστόσο, για το τεκμαρτό εισόδημα η κρίση του ήταν σαφώς πιο κατηγορηματική.

«Δυστυχώς στη χώρα μας, η εφαρμογή του τεκμαρτού υπολογισμού με βάση αντικειμενικά, υποτίθεται, κριτήρια έχει οδηγήσει σε μεγάλη φορολογική επιβάρυνση, σε μεγάλη υπερφορολόγηση, να το πω απλά, των ελεύθερων επαγγελματιών και των ατομικών επιχειρήσεων», ανέφερε.

Όπως εξήγησε, το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν το πραγματικό αποτέλεσμα μιας επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από εκείνο που της καταλογίζει ο τεκμαρτός μηχανισμός.

«Μπορεί μια επιχείρηση μετά από 5, 10, 15 χρόνια λειτουργίας να έχει καθαρά κέρδη 10-12.000 ευρώ και, αν έχει και έναν ή δύο εργαζόμενους, το τεκμαρτό να φτάνει 15, 16, 17, μπορεί και 20.000 ευρώ. Με αποτέλεσμα να φορολογείται υπέρμετρα, ενώ στην ουσία δεν έχει αυτά τα καθαρά κέρδη».

Η «τιμωρία» της απασχόλησης και η οριζόντια φορολόγηση

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο κριτήριο των εργαζομένων, χαρακτηρίζοντας θετική την κατάργηση της πρόσθετης επιβάρυνσης που συνδεόταν με την απασχόληση προσωπικού.

Για τον ίδιο, όμως, ένα από τα βαθύτερα προβλήματα του συστήματος είναι η οριζόντια αντιμετώπιση επιχειρήσεων που λειτουργούν σε εντελώς διαφορετικές οικονομικές και γεωγραφικές συνθήκες.

«Δεν μπορείς να συγκρίνεις επιχείρηση που είναι σε ένα νησί με μια επιχείρηση που είναι ομοειδής στην Αθήνα, με μια άλλη επιχείρηση που είναι πάλι ομοειδής σε μια επαρχιακή πόλη ή σε ένα μικρό χωριό. Το μέτρο ήταν οριζόντιο, με αποτέλεσμα να έχει και πολλές ατέλειες κατά την εφαρμογή του».

Το παράδοξο, κατά τον κ. Αγαλιώτη, είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή κατά την οποία η φορολογική διοίκηση διαθέτει πολύ περισσότερα ηλεκτρονικά εργαλεία ελέγχου από όσα είχε στο παρελθόν.

«Έχουμε και MyData και γραφειοκρατία και τεκμαρτό»

Ο οικονομολόγος στάθηκε ιδιαίτερα στη συνύπαρξη του τεκμαρτού με το MyData, τα POS, την ηλεκτρονική τιμολόγηση και τη διασύνδεση των ταμειακών μηχανών.

Όπως τόνισε, σε άλλες χώρες τα ειδικά φορολογικά καθεστώτα για μικρές επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται κυρίως για να μειώνουν τη γραφειοκρατία. Στην Ελλάδα, κατά την εκτίμησή του, συμβαίνει ουσιαστικά το αντίθετο.

«Εδώ, κατά την εφαρμογή, έχουμε και τα δύο. Δηλαδή έχουμε και την περαιτέρω γραφειοκρατική επιβάρυνση στις επιχειρήσεις, MyData, λογιστήρια, ό,τι άλλες υποβολές θα πρέπει να κάνει έστω μια μικρή επιχείρηση, και ταυτόχρονα, από την άλλη, τον τεκμαρτό προσδιορισμό ανεξάρτητα από τις δηλώσεις που κάνει η επιχείρηση».

Και έθεσε το ερώτημα με τον πλέον απλό τρόπο:

«Μπορεί μια επιχείρηση να έχει υποβάλει στο MyData όλα τα τιμολόγιά της, όλα τα έσοδά της, όλες τις δαπάνες της, να πληρώνει και τον λογιστή της και ταυτόχρονα, στο τέλος του χρόνου, να έχει μικρότερο εισόδημα από αυτό που επιβάλλει ο τεκμαρτός προσδιορισμός. Άρα, ποιος ο λόγος να κρατάει όλα αυτά τα στοιχεία;»

«Έχουμε φορολογούμενους δύο ταχυτήτων»

Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε στο ζήτημα του αφορολόγητου, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει μια θεμελιώδης ανισότητα ανάμεσα στους μισθωτούς και στους επαγγελματίες.

«Οι επαγγελματίες και οι ατομικές επιχειρήσεις δεν έχουν αφορολόγητο διαβίωσης. Κι αυτό, θα το πω, συνιστά ένα μικρό, σε εισαγωγικά, φορολογικό έγκλημα. Έχουμε πολίτες δύο ταχυτήτων. Έχουμε πολίτες που έχουν αφορολόγητο για τη διαβίωσή τους, ενώ αντίστοιχα οι ατομικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες δεν έχουν αφορολόγητο».

Το ερώτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι πρωτίστως κοινωνικό.

«Πώς δικαιολογείται κοινωνικά να αναγνωρίζει το κράτος ένα ελάχιστο κόστος διαβίωσης στον μισθωτό –και πολύ σωστά το κάνει– αλλά να φορολογεί τον επαγγελματία από το πρώτο ευρώ; Ο επαγγελματίας δεν έχει ενοίκιο, τρόφιμα, παιδιά, βασικές ανάγκες;»

Και κατέληξε:

«Ή θα εφαρμόσουμε τα οικονομικά και φορολογικά ενδεδειγμένα ή αλλιώς έχουμε έναν πολίτη ο οποίος αντιμετωπίζεται ότι έχει ανάγκες διαβίωσης και έναν πολίτη ο οποίος αντιμετωπίζεται σαν να μην έχει τίποτα και θα πρέπει να πληρώνει από το πρώτο ευρώ».

«Η ΑΑΔΕ έχει πλέον τα εργαλεία να βλέπει το εισόδημα»

Στο επιχείρημα ότι χωρίς το τεκμαρτό θα υπήρχε κίνδυνος μαζικής απόκρυψης εισοδημάτων, ο Γιώργος Αγαλιώτης απάντησε ότι η τεχνολογία έχει αλλάξει δραστικά τις δυνατότητες της φορολογικής διοίκησης.

«Τα εργαλεία αυτή τη στιγμή τα οποία υπάρχουν στην ΑΑΔΕ είναι ικανά να δουν το εισόδημα το οποίο έχει κάθε επιχείρηση. Η επιχείρηση πλέον έχει τόσες διασυνδέσεις επάνω της, έχει τέτοια εποπτεία από τη φορολογική αρχή, που είναι σχεδόν αδύνατο να αποκρύψει έσοδα».

Η θέση του είναι ότι η Πολιτεία πρέπει να επιλέξει ένα συνεκτικό μοντέλο: είτε πραγματικά έσοδα μείον πραγματικά έξοδα, αξιοποιώντας τα ηλεκτρονικά δεδομένα, είτε ένα ουσιαστικά απλοποιημένο ειδικό καθεστώς για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Μείωση προκαταβολής φόρου: «Πολύ μικρή»

Για τη μείωση της προκαταβολής φόρου των ατομικών επιχειρήσεων από το 55% στο 50%, ο κ. Αγαλιώτης δεν αμφισβήτησε ότι πρόκειται για ελάφρυνση, αλλά υποβάθμισε την πραγματική της έκταση.

«Όταν μια προκαταβολή είναι 55% και σου δίνει μια μείωση 5% για τις επιχειρήσεις, ειδικά τις ατομικές, τις μικρές, οι οποίες έχουν πρόβλημα φορολογικό και οι περισσότερες δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν, είναι μια πολύ μικρή μείωση».

Έφερε μάλιστα ως αντιπαράδειγμα τη Γερμανία, όπου, όπως ανέφερε, υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα προσαρμογής της προκαταβολής στις πραγματικές προοπτικές της επιχείρησης.

«Εάν ο λογιστής δει ότι η επιχείρηση την επόμενη χρονιά προβλέπεται να έχει μικρότερα κέρδη, έχει τη δυνατότητα με μια απλή αίτηση στη φορολογική αρχή να ζητήσει την προκαταβολή του προηγούμενου έτους πίσω. Εδώ δεν προβλέπεται τέτοια διαδικασία».

Για τον ίδιο, άλλωστε, η προκαταβολή φόρου δεν είναι ένας αφηρημένος λογιστικός αριθμός. Είναι ρευστότητα που αφαιρείται από την πραγματική οικονομία.

«Η προκαταβολή τι είναι; Είναι στην ουσία ένα ποσό με το οποίο δανείζουμε το κράτος. Προκαταβολικά. Δεν σημαίνει ότι επειδή μια επιχείρηση φέτος έχει κέρδη, θα έχει και του χρόνου κέρδη ή θα έχει τα ίδια κέρδη. Άρα η προκαταβολή αυτή αφορά ρευστότητα της επιχείρησης, η οποία φεύγει από το ταμείο της και, αντί να πάει στις ανάγκες της επιχείρησης, πηγαίνει στο κράτος προκαταβολικά».

Κατώτατος μισθός: «Το κόστος μπορεί να περάσει στις τιμές»

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε τις νέες αυξήσεις του κατώτατου μισθού και το κατά πόσο μπορούν να τις αντέξουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Αγαλιώτης υποστήριξε ότι η αύξηση των αποδοχών είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να εξετάζεται μαζί με το συνολικό μη μισθολογικό κόστος.

«Αυτή τη στιγμή αυξάνει κατευθείαν το μισθολογικό κόστος στην επιχείρηση. Υπάρχουν επιχειρήσεις που μπορεί, λόγω ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, να κοιτάξουν να το απορροφήσουν. Υπάρχουν επιχειρήσεις όμως οι οποίες αυτό το κόστος θα το μετακυλίσουν στο προϊόν ή στην υπηρεσία που παρέχουν».

Η απάντηση, όπως είπε, δεν είναι να μη δίνονται αυξήσεις.

«Οι αυξήσεις πρέπει να δίνονται. Αλλά, αφού το κάνουμε, ταυτόχρονα θα έπρεπε να δούμε πώς η αύξηση αυτή δεν θα μετακυλιστεί στον καταναλωτή, δεν θα μετακυλιστεί στον πολίτη. Πώς γίνεται αυτό; Πολύ απλά, μειώνοντας τις ασφαλιστικές εισφορές».

Κατά την εκτίμησή του, θα απαιτούνταν μεγαλύτερη αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών ώστε να περιοριστεί η αύξηση του συνολικού κόστους.

«Θα έπρεπε να μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, για να έρθει περίπου στα ίδια. Πράγμα το οποίο δεν γίνεται. Γίνεται σταδιακά, με αποτέλεσμα το κόστος αυτό σιγά-σιγά να περνάει στο αγαθό ή στο προϊόν».

Ο «εθνικός κουμπαράς» και η αρνητική αποταμίευση

Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης η συζήτηση μεταφέρθηκε στον λεγόμενο «εθνικό κουμπαρά» και στην προσπάθεια δημιουργίας αποταμιευτικής κουλτούρας.

Ο Γιώργος Αγαλιώτης ξεκίνησε από μια κρίσιμη διαπίστωση: τα ελληνικά νοικοκυριά, όπως είπε, ουσιαστικά δεν αποταμιεύουν.

«Η αποταμίευση είναι αρνητική. Τα νοικοκυριά μας δεν αποταμιεύουν. Δεν βάζουν λεφτά στην άκρη. Αυτό γίνεται για διάφορους λόγους. Κυρίως διότι τα τελευταία χρόνια περάσαμε αυτά που περάσαμε, 10-15 χρόνια με τα μνημόνια και τα λοιπά. Οπότε στον μέσο Έλληνα ή στη μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών μας δεν μένουν χρήματα. Έχουν μικρό διαθέσιμο εισόδημα».

Σε επίπεδο φιλοσοφίας, λοιπόν, αξιολόγησε θετικά μια παρέμβαση που θα μπορούσε να ξαναβάλει την αποταμίευση στη ζωή των νοικοκυριών.

«Εάν το δούμε με τη λογική της αποταμίευσης, της κουλτούρας, θα το έκρινα θετικά μακροοικονομικά».

Έσπευσε όμως να υπενθυμίσει κάτι που, όπως είπε, συχνά χάνεται στην πολιτική παρουσίαση των παροχών.

«Δεν είναι χρήματα της εκάστοτε κυβέρνησης, είναι οι φόροι μας»

«Αυτά δεν είναι κάτι που η εκάστοτε κυβέρνηση δίνει. Δεν είναι δικά τους τα λεφτά. Τα χρήματα αυτά που ανακοινώθηκαν ότι θα διανεμηθούν είναι τα λεφτά από τους φόρους μας. Η εκάστοτε κυβέρνηση είναι ο διαχειριστής. Δεν είναι δικά της τα χρήματα», υπογράμμισε.Και συνέχισε:«Τα χρήματα αυτά τα οποία κατευθύνονται οπουδήποτε, ακόμα και στον αποταμιευτικό λογαριασμό, είναι λεφτά από τους φόρους μας. Πληρώνουμε εμείς οι υπόλοιποι. Τα 100 ευρώ που λέμε ότι τα δίνει το κράτος, δεν είναι “το κράτος”. Είναι χρήματα από φόρους».

Το μεγάλο ερώτημα: Από πού θα προκύψουν αποδόσεις 3%, 5% ή 7%;

Η σοβαρότερη επιφύλαξη του κ. Αγαλιώτη για τον «κουμπαρά» αφορά όμως την απόδοση των χρημάτων και το επενδυτικό μοντέλο που θα ακολουθηθεί.

«Η δεύτερη ένσταση έχει να κάνει με την παρουσίαση η οποία έγινε, η οποία δίνει ένα μέσο επιτόκιο 3%, 5% ή 7%. Και η ένσταση εδώ είναι η εξής: αυτά τα χρήματα πώς θα γίνουν καταθέσεις προθεσμιακές με ένα επιτόκιο ετήσιο 3%, 5% ή 7%, τη στιγμή που αυτή τη στιγμή το απλό ταμιευτήριο δίνει 0,50% και οι προθεσμιακές καταθέσεις δίνουν 2,21%;»

Για τον ίδιο, εδώ βρίσκεται ένα από τα σημεία που χρειάζονται άμεση κυβερνητική εξειδίκευση.

«Θέλω να δω πώς θα διασφαλιστεί η απόδοση. Πώς θα βγει αυτή η απόδοση. Πρέπει να μας το πουν. Πού θα επενδυθούν τα χρήματα και από ποιους θα επενδυθούν».

Ο ίδιος υποστήριξε ότι με τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν, οι αριθμοί χρειάζονται περαιτέρω τεκμηρίωση:

«Τα νούμερα αυτά που βλέπουμε δεν απηχούν αυτή τη στιγμή την ακριβή πραγματικότητα. Περιμένουμε να δούμε τι ακριβώς έχουν στο μυαλό τους».

«Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες»

Η τελική αποτίμηση του Γιώργου Αγαλιώτη δεν ήταν συνολικά απορριπτική για τα μέτρα. Ήταν όμως σαφώς επιφυλακτική απέναντι στην απόσταση που μπορεί να χωρίζει μια πολιτική εξαγγελία από την πραγματική οικονομική της επίδραση.

Ειδικά για τον «εθνικό κουμπαρά», συνόψισε τη θέση του με μία φράση:

«Η γενικότερη φιλοσοφία, εάν θεωρηθεί ως παρέμβαση στο πρόβλημα της χώρας της αποταμίευσης, κατά την άποψή μου είναι θετική. Όμως η εξειδίκευση –δυστυχώς ο διάβολος, όπως λέμε, κρύβεται στις λεπτομέρειες– θα δείξει αν το μέτρο θα είναι θετικό και αν θα φέρει θετικά αποτελέσματα».

Και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη εικόνα που προκύπτει από τη συζήτηση: οι ανακοινώσεις της ΔΕΘ μπορεί να περιλαμβάνουν επιμέρους ελαφρύνσεις και θετικές κατευθύνσεις, αλλά η πραγματική τους αξία θα κριθεί στο σημείο όπου οι εξαγγελίες συναντούν την καθημερινότητα του φορολογούμενου, τη ρευστότητα της μικρής επιχείρησης και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού.

Γιατί, όπως προκύπτει από την παρέμβαση Αγαλιώτη, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα ανακοινώνει ότι δίνει το κράτος, αλλά ποιος τα πληρώνει, ποιος τελικά τα λαμβάνει και πόσα πραγματικά μένουν στην τσέπη του πολίτη.

Ακούστε εδώ:


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook