Ι. Κωνσταντινίδης: «Υπάρχει όριο στις παροχές πέρα από το οποίο οι πολίτες παύουν να ακούν»

«Υπάρχει ένα όριο πέραν από το οποίο οι πολίτες κάπως κλείνουν τα αυτιά τους, δεν ακούν τη συνέχεια». Με αυτή τη φράση ο Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και επιστημονικός υπεύθυνος της πλατφόρμας People of Greece της QED, Ιωάννης Κωνσταντινίδης, περιέγραψε στον Politica 89.8 και στον Χρήστο Κώνστα το εξαιρετικά δύσκολο πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο φτάνει η κυβέρνηση στη ΔΕΘ.

Μιλώντας στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά», ο κ. Κωνσταντινίδης υποστήριξε ότι το κρίσιμο πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι πλέον το ύψος των παροχών που μπορεί να ανακοινώσει, αλλά το γεγονός ότι απέναντί της έχει συσσωρευτεί ένας ισχυρός συνδυασμός θυμού και κόπωσης. Μια αρνητική κοινωνική διάθεση που, όπως εξήγησε, λειτουργεί ως φίλτρο ακόμη και απέναντι σε μέτρα που αντικειμενικά μπορεί να είναι θετικά για το εισόδημα των πολιτών. «Νομίζω ότι η κυβέρνηση είναι πια σε αυτό το επίπεδο όπου οι πολίτες δεν την ακούν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Την ίδια στιγμή, όμως, αυτή η έντονη κυβερνητική φθορά δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό πλεονέκτημα για την αντιπολίτευση. Εδώ ακριβώς εντόπισε ο κ. Κωνσταντινίδης το μεγάλο παράδοξο της σημερινής συγκυρίας: η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια ισχυρή κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά εξακολουθεί να προηγείται επειδή το μεγάλο αντικυβερνητικό ακροατήριο δεν συγκεντρώνεται πίσω από έναν πειστικό εναλλακτικό πόλο. Οι πολίτες, όπως είχε επισημάνει και σε προηγούμενη συζήτηση στον Politica 89.8, εξακολουθούν να «αναζητούν τιμωρό». Αλλά δεν τον έχουν βρει.
«Υπάρχει στερεή αρνητική διάθεση απέναντι στην κυβέρνηση»
Αναλύοντας στον Χρήστο Κώνστα την πολιτική σημασία των οικονομικών εξαγγελιών ενόψει ΔΕΘ, ο Ιωάννης Κωνσταντινίδης εξήγησε ότι θεωρητικά η οικονομική ψήφος και η κατάσταση της «τσέπης» του πολίτη έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια μεγαλύτερη βαρύτητα σε σχέση με τις παραδοσιακές κοινωνικές και κομματικές ταυτίσεις.
Αυτό ακριβώς εξηγεί, κατά τον ίδιο, τον ανταγωνισμό κυβέρνησης και αντιπολίτευσης γύρω από τις οικονομικές προτάσεις. Μόνο που στην παρούσα συγκυρία ο κλασικός αυτός μηχανισμός φαίνεται να συναντά ένα σοβαρό εμπόδιο.
«Αυτό που βλέπουμε στην τρέχουσα συγκυρία είναι μια έντονη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης απέναντι στην κυβέρνηση, κάτι που στην ουσία τη στερεί από τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό των παροχών ως έναν μηχανισμό προσέλκυσης ψήφου με τον τρόπο που τα βιβλία λένε», ανέφερε.
Και προχώρησε ακόμη περισσότερο, περιγράφοντας μια αναλογία της τάξης του «70-30» σε σειρά δεικτών που αποτυπώνουν την αρνητική διάθεση απέναντι στην κυβέρνηση: «Είναι αποδεδειγμένο την τελευταία χρονιά, ίσως και περισσότερο από δώδεκα μήνες, ότι ακόμη και αρκετά καθαρά ευνοϊκά για την κοινωνία, για την τσέπη, μέτρα δεν την ευνοούν. Υπάρχει στερεή αρνητική διάθεση απέναντι στην κυβέρνηση».
Η δυσαρέσκεια αυτή, όπως σημείωσε, δεν έχει μία και μοναδική προέλευση. «Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι οι πολιτικές που η κυβέρνηση αυτή έχει θέσει δεν υλοποιούνται, υπάρχουν άλλοι που θεωρούν ότι είναι σε λανθασμένη ιδεολογική βάση, υπάρχουν τρίτοι που ενοχλούνται από μία σειρά νοοτροπιών που βρίσκονται πίσω από σκάνδαλα». Οι αφετηρίες, επομένως, μπορεί να είναι διαφορετικές, όμως συγκλίνουν σε μια αριθμητικά ισχυρή αρνητική στάση απέναντι στην κυβέρνηση.
«Αναζητούν τιμωρό» αλλά ακόμη δεν τον έχουν βρει
Το παράδοξο, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντινίδη, είναι ότι όλο αυτό το κύμα δυσαρέσκειας δεν έχει καταφέρει να το καρπωθεί μία συγκεκριμένη πολιτική δύναμη.
Επανερχόμενος μάλιστα στη φράση που είχε χρησιμοποιήσει σε προηγούμενη συνέντευξή του στον Politica 89.8, επέμεινε ότι οι πολίτες εξακολουθούν να «αναζητούν τιμωρό».
«Δεν φαίνεται να τον έχουν βρει. Καλά κάνετε και θυμίζετε τη φράση, θα την έλεγα και σήμερα. Όντως αναζητούν τιμωρό. Με άλλα λόγια, αναζητούν αυτόν που θα εκφράσει την αρνητική διάθεση απέναντι στην κυβέρνηση».
Το μεγάλο πρόβλημα για την αντιπολίτευση είναι ότι «δεν φαίνεται να κερδίζει το συνολικό ποσοστό μία δύναμη που να ξεχωρίζει», ενώ ένα μέρος των ψηφοφόρων που απορρίπτουν την κυβέρνηση απορρίπτει ταυτόχρονα και το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης και εκφράζει πρόθεση αποχής. «Δεν φαίνεται να υπάρχει καθαρή εικόνα τιμωρού», κατέληξε.
Τι ηγέτη αναζητούν οι πολίτες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα στοιχεία που παρέθεσε ο επιστημονικός υπεύθυνος του People of Greece σχετικά με τα χαρακτηριστικά που ζητούν οι πολίτες από έναν πολιτικό ηγέτη.
Όπως εξήγησε, στις έρευνες τίθενται στους πολίτες συγκεκριμένα δίπολα: εάν θέλουν έναν ηγέτη περισσότερο συνθετικό και ενωτικό ή περισσότερο αποφασιστικό, αλλά και εάν προτιμούν έναν πολιτικό που κινείται με άνεση στα κέντρα εξουσίας ή κάποιον που βρίσκεται κοντά στον απλό κόσμο.
Οι απαντήσεις, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι χαρακτηριστικές: «Προτιμούν πολύ περισσότερο τον αποφασιστικό» και ταυτόχρονα, όταν καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στην άνεση στα κέντρα εξουσίας και στην εγγύτητα προς την κοινωνία, «απαντούν με μεγάλο ποσοστό αυτόν που είναι κοντά στον απλό κόσμο».
Ακριβώς αυτά τα δύο χαρακτηριστικά –αποφασιστικότητα και εγγύτητα– φαίνεται να αποτελούν κρίσιμα ζητούμενα για μια αντιπολιτευτική προσωπικότητα που θα μπορούσε να μετατραπεί στον «τιμωρό» που αναζητά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Γιατί ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει γίνει ο «τιμωρός»
Ο Ιωάννης Κωνσταντινίδης αναφέρθηκε και στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, εξηγώντας γιατί, παρά τη δημοσκοπική παρουσία του, δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά που αναζητούν οι ψηφοφόροι.
«Ο κ. Τσίπρας, για παράδειγμα, δεν εκλαμβάνεται ως αποφασιστικός. Δεν εκλαμβάνεται πλέον –και αυτό είναι εντυπωσιακό γιατί στο παρελθόν δεν συνέβαινε– ούτε ως προσιτός. Πέρασε από την Πρωθυπουργία, άρα απέκτησε, αν θέλετε, μία απόσταση. Δεν είναι ο άνθρωπος που ήταν αρχηγός ενός κόμματος πριν από δεκαπέντε χρόνια».
Ο κ. Κωνσταντινίδης στάθηκε μάλιστα και στον τρόπο με τον οποίο η έντονη επικοινωνιακή παρουσία μπορεί να λειτουργεί αντίστροφα: «Αυτή η υπερεπικοινωνία δημιουργεί την αίσθηση ενός ανθρώπου που υπερβάλλει στον σχεδιασμό των πολιτικών του κινήσεων και άρα είναι περισσότερο ένας επαγγελματίας της πολιτικής παρά ένας από εμάς. Νομίζω ότι αυτό το έχει κοστίσει στην εικόνα της εγγύτητας».
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις παλινωδίες που καταγράφηκαν κυρίως κατά τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης του 2015 και στις μετέπειτα πολιτικές επιλογές του πρώην πρωθυπουργού, για να καταλήξει ότι σήμερα «δεν μοιάζει να είναι ένας άνθρωπος που πατάει καθαρά στον δρόμο των αποφασιστικών πολιτικών αποφάσεων».
Η κατάληξη της ανάλυσής του ήταν σαφής: εφόσον ο Αλέξης Τσίπρας δεν κερδίζει στα χαρακτηριστικά που οι ίδιοι οι πολίτες θεωρούν κρίσιμα για έναν ηγέτη, «καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορεί να είναι αυτός ο τιμωρός».
Το πραγματικό όριο των παροχών στη ΔΕΘ
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε το ερώτημα εάν υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο ακόμη και ένα πολύ μεγάλο οικονομικό πακέτο στη ΔΕΘ παύει να λειτουργεί υπέρ μιας κυβέρνησης.
Ο κ. Κωνσταντινίδης ξεκαθάρισε ότι το όριο αυτό δεν είναι αριθμητικό. Δεν υπάρχει, δηλαδή, ένα συγκεκριμένο ποσό παροχών το οποίο μόλις ξεπεραστεί προκαλεί καχυποψία ή αντίδραση στους ψηφοφόρους.
«Δεν είναι ποσοτικό το όριο», ήταν ουσιαστικά η θέση του. «Υπάρχει ένα όριο που δεν αφορά τα ίδια τα μέτρα αλλά το κλίμα, την εικόνα απέναντι στην κυβέρνηση και θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή η εικόνα για την κυβέρνηση είναι σημαντικά αρνητική. Υπό την έννοια αυτή δεν είναι εύκολο να αλλάξει η εικόνα και άρα και οι δημοσκοπικές επιδόσεις της κυβέρνησης, όποια οικονομικά μέτρα ανακοινωθούν το Σάββατο».
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο διατύπωσε την κεντρική φράση της συνέντευξης: «Υπάρχει ένα όριο, αν θέλετε, πέραν από το οποίο οι πολίτες κάπως κλείνουν τα αυτιά τους, δεν ακούν τη συνέχεια».
«Θυμός και κόπωση» είναι ο συνδυασμός που μπλοκάρει τις παροχές
Το όριο αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή, βρίσκεται τελικά στο συναίσθημα και όχι στην οικονομία.
«Θα έλεγα ότι έχει να κάνει με την έκταση των αρνητικών συναισθημάτων. Η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή λαμβάνει και θυμό και κόπωση και τα δύο συναισθήματα είναι αρνητικά».
Για να εξηγήσει μάλιστα τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού χρησιμοποίησε την αναλογία μιας προσωπικής σχέσης: «Πείτε ότι με τον άνθρωπο που είναι σύντροφός σας έχετε και θυμό και έχετε και κουραστεί από τη συμπεριφορά του. Έχετε υπομείνει, περιμένατε, είχατε προσδοκίες και δεν εκπληρώθηκαν. Αυτός ο συνδυασμός της κούρασης και του θυμού –ο θυμός μπορεί να είναι πιο στιγμιαίος από την κούραση– οδηγεί έναν άνθρωπο στο να μην ακούει, να μην βλέπει ακόμη και τη μετάνοια του συντρόφου του».
Και κατέληξε: «Νομίζω ότι ένα όριο στο αρνητικό συναίσθημα είναι αυτό το οποίο απαγορεύει, αν θέλετε, την επίδραση των οικονομικών μέτρων, που σε άλλες συγκυρίες, σε συγκυρίες δηλαδή μη αρνητικών συναισθημάτων, κάποιος θα έλεγε ότι ένα οικονομικό μέτρο μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην προτίμηση ψήφου».
«Οι πολίτες πια δεν την ακούν» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ΝΔ χάνει
Εδώ βρίσκεται και το δεύτερο μεγάλο παράδοξο της ανάλυσης Κωνσταντινίδη. Η κυβέρνηση μπορεί να έχει φτάσει στο σημείο όπου ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας «δεν την ακούει», αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα χάσει τις εκλογές.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι θα χάσει, διότι δεν αντιλέγω ότι υπάρχουν 25% Έλληνες, σίγουρα, που συνεχίζουν να τη στηρίζουν είτε με ενθουσιασμό είτε με λιγότερο ενθουσιασμό. Όσο αυτοί παραμένουν περισσότεροι από αυτούς που συγκεντρώνει ο “τιμωρός”, για να δανειστώ τον όρο που χρησιμοποιούμε τόση ώρα, τότε μπορεί να βρεθούν μπροστά και άρα να εξασφαλίσουν την υπεροχή στις πρώτες εκλογές και να έχουν στο χέρι την πρώτη κίνηση».
Με άλλα λόγια, η ΝΔ δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να αντιστρέψει πλήρως την κοινωνική δυσαρέσκεια. Αρκεί, υπό τις σημερινές συνθήκες, η δυσαρέσκεια αυτή να παραμένει πολιτικά κατακερματισμένη και να μην αποκτά έναν ενιαίο και πειστικό εκφραστή.
Ανδρουλάκης: Πρόβλημα αποφασιστικότητας και εγγύτητας
Ανήμερα της 3ης Σεπτέμβρη και με το ΠΑΣΟΚ να βρίσκεται στο Ηράκλειο για την επέτειο της ίδρυσής του, η συζήτηση αναπόφευκτα στράφηκε και στον Νίκο Ανδρουλάκη.
Η αξιολόγηση του Ιωάννη Κωνσταντινίδη ήταν ιδιαίτερα σαφής: «Τα δύο χαρακτηριστικά, την αποφασιστικότητα και την εγγύτητα, στα δύο χαρακτηριστικά δεν σκοράρει ψηλά ο κ. Ανδρουλάκης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «η προσωπικότητά του συνήθως χαρακτηρίζεται ως ψυχρή, απόμακρη» και αυτό «δεν τον βοηθά στο να δείξει οικείος, κοντινός». Την ίδια στιγμή, υποστήριξε ότι ούτε ως αποφασιστικός καταγράφεται ισχυρά στην κοινή γνώμη, καθώς «μοιάζει να εμφανίζει διαφοροποιούμενες στάσεις απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα σε βάθος χρόνου, μέρα με τη μέρα».
Το πρόβλημα, όμως, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντινίδη, δεν είναι αποκλειστικά προσωπικό.
«Το ΠΑΣΟΚ είναι ενδιάμεσο κόμμα και βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο»
Ο Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας υποστήριξε ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αντιμέτωπο και με ένα δομικό πολιτικό πρόβλημα, καθώς λειτουργεί ως «ενδιάμεσο κόμμα» ανάμεσα στη ΝΔ και στον χώρο που βρίσκεται στα αριστερά του.
«Δεν πρέπει να παραλείπουμε ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ενδιάμεσο κόμμα αυτή τη στιγμή. Ένα κόμμα δηλαδή μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και ό,τι τέλος πάντων ήταν κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ ή φαίνεται να είναι σήμερα το νέο κόμμα του κ. Τσίπρα».
Και εξήγησε: «Κάθε ενδιάμεσο κόμμα είναι με την πλάτη στον τοίχο. Είναι μονίμως απολογούμενο από την κοινή γνώμη στο ερώτημα “με ποιον είσαι πιο κοντά;”, “πώς θα ψηφίσεις στο Κοινοβούλιο;”, “τώρα που είναι κυβέρνηση ο ένας ή ο άλλος θα συμφωνήσεις μαζί του;”, “πες μου με ποιον θα πας αν χρειαστεί να δημιουργηθεί κυβέρνηση συνεργασίας;”».
Κατά συνέπεια, όπως τόνισε, «είναι και πολιτικό το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ, όπως και κάθε ενδιάμεσου κόμματος». Όταν σε αυτή τη δομική δυσκολία προστεθούν και οι χαμηλές προσωπικές επιδόσεις του Νίκου Ανδρουλάκη στα χαρακτηριστικά που αναζητά το εκλογικό σώμα, τότε, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντινίδη, «το εκλογικό μέλλον του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές» καθίσταται δύσκολο.
Η μεγάλη παγίδα της κάλπης: ο θυμός μπορεί να καταλήξει στην αποχή
Στο τελευταίο μέρος της συζήτησης ο Ιωάννης Κωνσταντινίδης έθεσε μια παράμετρο που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την ερμηνεία των επόμενων εκλογών: η μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια δεν είναι βέβαιο ότι θα εκφραστεί μέσα στην κάλπη.
«Η απογοήτευση, ο θυμός, τα αρνητικά συναισθήματα είναι τα κυρίαρχα. Αυτή είναι η πρώτη σκέψη. Άρα αυτή στρέφεται κατά της κυβέρνησης. Όμως το να μουτζώσουμε την κυβέρνηση, επιτρέψτε μου τον όρο, δεν μπορεί να συμβεί στην κάλπη. Δηλαδή στο χαρτί θα βγει άκυρο να ζωγραφίσουμε την παλάμη μας. Πρέπει να ψηφίσουμε κάποιο κόμμα, κάποιον άνθρωπο».
Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον ίδιο, η κρίσιμη αδυναμία της αντιπολίτευσης: «Όσο δεν μας ενθουσιάζει η ελπίδα και η αισιοδοξία που εκπέμπει κάποιος άλλος, τότε τι έχουμε να κάνουμε πέρα από το να βάλουμε τη μουτζά μας, αν θέλετε, στο φακελάκι; Να μην πάμε στην κάλπη».
Η επισήμανση αυτή οδηγεί σε ένα πολιτικό αποτέλεσμα που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αντιφατικό. Όσο περισσότεροι θυμωμένοι και απογοητευμένοι πολίτες απέχουν, τόσο μεγαλύτερη γίνεται αναλογικά η δύναμη εκείνων που εξακολουθούν να έχουν ισχυρό κίνητρο συμμετοχής.
«Τα αρνητικά συναισθήματα οδηγούν μακριά από την κάλπη αυτή τη στιγμή. Αφήνουν λοιπόν ένα χαμηλό ποσοστό ανθρώπων μέσα στο οποίο οι οπαδοί, οι υποστηρικτές της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί να φανούν τεχνητά πολύ περισσότεροι».
Και αυτή ίσως αποτελεί την πιο κρίσιμη πολιτική παρατήρηση της συνέντευξης. Μια κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίζει θυμό, κόπωση και απογοήτευση από μια μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία και παρ’ όλα αυτά να παραμένει πρώτη, εφόσον απέναντί της δεν διαμορφώνεται μια εναλλακτική που να μετατρέπει το αρνητικό συναίσθημα σε θετική πολιτική επιλογή.
Όπως εξήγησε ο Ιωάννης Κωνσταντινίδης, εάν γίνονταν εκλογές άμεσα, το παράδοξο θα μπορούσε να είναι ακριβώς αυτό: οι «θυμωμένοι και απογοητευμένοι» να μείνουν σε σημαντικό βαθμό μακριά από την κάλπη και η εκλογική εικόνα να μην αποτυπώσει το πραγματικό μέγεθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.