Χ. Τσιλιώτης: «Μισή δουλειά η αναθεώρηση του άρθρου 86 – Κατώτερες των περιστάσεων οι προτάσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ»

«Κατώτερες των περιστάσεων» χαρακτήρισε τόσο την πρόταση της κυβέρνησης όσο και εκείνη του ΠΑΣΟΚ για τη συνταγματική αναθεώρηση ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Χάρης Τσιλιώτης, μιλώντας στον Politica 89.8 και στον Χρήστο Κώνστα, εκτιμώντας ότι η χώρα χρειάζεται ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές, αλλά όχι με τον τρόπο που επιχειρείται σήμερα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «συνταγματικές αναθεωρήσεις χρειάζονται και με το παραπάνω», ωστόσο «οι προτάσεις της κυβέρνησης και κυρίως του ΠΑΣΟΚ δεν ανταποκρίνονται σε αυτά που θα έπρεπε να περιλαμβάνει μία υπεύθυνη και διευρυμένη πρόταση αναθεώρησης».

Ο κ. Τσιλιώτης επισήμανε ακόμη ότι το σημερινό στάδιο της διαδικασίας δεν επιτρέπει να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το τελικό περιεχόμενο των αλλαγών, καθώς «ανοίγουν οι πόρτες συγκεκριμένων άρθρων, αλλά το ακριβές περιεχόμενό τους θα καθοριστεί από την επόμενη, αναθεωρητική Βουλή». Όπως είπε, «το βάρος της αναθεωρητικής διαδικασίας μεταφέρεται τελικά στην επόμενη Βουλή και σήμερα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα περιλαμβάνουν οι νέες διατάξεις».
Δημοσιονομική πειθαρχία: «Δεν αλλάζει η πραγματικότητα με μία συνταγματική ρήτρα»
Αναφερόμενος στην κυβερνητική πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός, σημειώνοντας ότι ακόμη και στη Γερμανία, όπου πρωτοεμφανίστηκε ο λεγόμενος «δημοσιονομικός κόφτης», δημιουργήθηκαν σοβαρά προβλήματα.
«Δεν είμαι θιασώτης μιας τέτοιας ρήτρας μέσα στο Σύνταγμα», υπογράμμισε, προσθέτοντας πως «το πρόβλημα δεν λύνεται με συνταγματικές διατάξεις αλλά με διαφορετική πολιτική και κοινωνική κουλτούρα». Παράλληλα έθεσε κρίσιμα ερωτήματα για την εφαρμογή μιας τέτοιας πρόβλεψης, διερωτώμενος: «Αν μια κυβέρνηση δεν συμμορφωθεί με αυτή τη συνταγματική επιταγή, ποιος θα κρίνει τη μη συμμόρφωση; Τα δικαστήρια ή η Βουλή;».
Άρθρο 16: «Έπρεπε να έχει αναθεωρηθεί εδώ και 20 χρόνια»
Σε αντίθεση με άλλες κυβερνητικές προτάσεις, ο καθηγητής δήλωσε ότι η αναθεώρηση του άρθρου 16 αποτελεί αναγκαία εξέλιξη. «Το άρθρο 16 έπρεπε να αναθεωρηθεί χθες. Για την ακρίβεια, πριν από είκοσι χρόνια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επικαλέστηκε τόσο τον νόμο του 2024 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια όσο και τις πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, επισημαίνοντας ότι πλέον έχουν δημιουργηθεί νέα συνταγματικά και ευρωπαϊκά δεδομένα. «Θα έπρεπε να υπάρχει ευρεία συναίνεση για την αναθεώρηση του άρθρου 16», σημείωσε, προσθέτοντας ότι προσωπικά δεν θεωρεί πως το Σύνταγμα πρέπει να επιβάλλει τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα των ιδρυμάτων.
Αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων: «Το πρόβλημα δεν είναι το Σύνταγμα αλλά η εφαρμογή του νόμου»
Ο κ. Τσιλιώτης υποστήριξε ότι οι περισσότερες από τις αλλαγές που προτείνονται για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων θα μπορούσαν ήδη να εφαρμοστούν μέσω της κοινής νομοθεσίας.
«Ο νόμος ήδη προβλέπει αξιολόγηση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν εφαρμόζεται», είπε, τονίζοντας πως «δεν καταλαβαίνω σε τι θα συνεισφέρει η συνταγματική αναθεώρηση». Για την αντίστροφη αξιολόγηση προϊσταμένων από υφισταμένους εξέφρασε επίσης σοβαρές επιφυλάξεις, σημειώνοντας ότι μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλά κίνητρα για τη διοικητική λειτουργία.
Παράλληλα προειδοποίησε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να γεμίσει το Σύνταγμα με διατάξεις που δεν θα εφαρμόζονται ποτέ, υπενθυμίζοντας πως ήδη από την αναθεώρηση του 2019 υπάρχουν συνταγματικές προβλέψεις που «επτά χρόνια μετά παραμένουν ανεφάρμοστες».
Συνταγματικό Δικαστήριο: «Δεν λύνει το πρόβλημα η κυβερνητική πρόταση»
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε και απέναντι στην πρόταση αναβάθμισης του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.
«Δεν έρχεται να αλλάξει τίποτα ουσιαστικό», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί εξαίρεση στην Ευρώπη, καθώς δεν διαθέτει πραγματικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Όπως εξήγησε, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο διατηρεί τις γνωστές δομικές αδυναμίες του, αφού συγκροτείται από δικαστές άλλων ανωτάτων δικαστηρίων και όχι από μόνιμη σύνθεση.
Εξέφρασε ακόμη σοβαρές επιφυλάξεις για τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, προειδοποιώντας ότι μπορεί να δημιουργήσει αδιέξοδα στο μέλλον. «Το δίκαιο εξελίσσεται. Κάτι που σήμερα θεωρείται αντισυνταγματικό μπορεί σε δέκα ή είκοσι χρόνια να κρίνεται διαφορετικά. Δεν πρέπει το Σύνταγμα να βάζει τόσο αυστηρές απαγορεύσεις», υποστήριξε.
Άρθρο 86: «Η κυβέρνηση κάνει μισή δουλειά στη μισή δουλειά του 2019»
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο καθηγητής για τις αλλαγές στην ποινική ευθύνη των υπουργών.
Υπενθύμισε ότι ήδη από την αναθεώρηση του 2019 είχε χαρακτηρίσει τις τότε αλλαγές «μισή δουλειά», επειδή καταργήθηκε μεν η αποσβεστική προθεσμία, αλλά παρέμεινε η εμπλοκή της Βουλής στην ποινική διαδικασία.
«Έρχεται τώρα η κυβέρνηση και κάνει μισή δουλειά στη μισή δουλειά», δήλωσε χαρακτηριστικά. Όπως εξήγησε, η πρόταση μεταφέρει στα δικαστικά όργανα την προκαταρκτική εξέταση και την ανάκριση, όμως αφήνει στη Βουλή την τελική αρμοδιότητα άσκησης ποινικής δίωξης.
«Αν θεωρούμε αδιανόητο να απορρίψει η Βουλή την πρόταση της Δικαιοσύνης, τότε γιατί διατηρούμε αυτή την αρμοδιότητα στη Βουλή;», διερωτήθηκε, καταλήγοντας ότι ο πυρήνας της ειδικής μεταχείρισης των υπουργών παραμένει ουσιαστικά ανέπαφος.
«Το Σύνταγμα κινδυνεύει να αποδυναμωθεί»
Κλείνοντας τη συνέντευξή του στον Politica 89.8 και στον Χρήστο Κώνστα, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου προειδοποίησε ότι η σημερινή αναθεωρητική πρωτοβουλία κινδυνεύει να αποδυναμώσει τον θεσμικό χαρακτήρα του ίδιου του Συντάγματος.
«Η μεγάλη μου ένσταση είναι ότι γίνεται μια αναθεώρηση που πολύ φοβάμαι πως θα μειώσει τον κανονιστικό και θεσμιστικό χαρακτήρα του Συντάγματος», σημείωσε, εκφράζοντας την ανησυχία ότι θα προστεθούν νέες συνταγματικές διατάξεις οι οποίες, όπως συνέβη και με προηγούμενες αναθεωρήσεις, ενδέχεται να παραμείνουν χωρίς ουσιαστική εφαρμογή.
«Αν θέλουμε να δούμε το δάσος και όχι μόνο τα δέντρα, αυτή είναι η μεγάλη κριτική που πρέπει να ασκηθεί στο εγχείρημα της συνταγματικής αναθεώρησης», κατέληξε.
Ακούστε εδώ: