Το ιατρικό μυστήριο που ονομάστηκε «Διαβήτης Τύπου 5» και διχάζει τους ειδικούς

Για περισσότερα από 70 χρόνια, οι γιατροί συναντούσαν περιστατικά διαβήτη που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πλήρως με βάση τις δύο γνωστές μορφές της νόσου. Επρόκειτο κυρίως για νέους, αδύνατους ανθρώπους, συχνά με ιστορικό υποσιτισμού, οι οποίοι εμφάνιζαν υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα χωρίς να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά που συνδέονται συνήθως με τον διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2. Τον Απρίλιο του 2025, η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη (International Diabetes Federation – IDF) αναγνώρισε αυτή την κλινική εικόνα με την ονομασία διαβήτης τύπου 5, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην κατανόηση της νόσου.
Η απόφαση θεωρήθηκε σημαντικό βήμα για την αναγνώριση μιας κατάστασης που ενδέχεται να επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως σε περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Ωστόσο, η αναγνώριση της ονομασίας δεν σημαίνει ότι έχουν απαντηθεί όλα τα επιστημονικά ερωτήματα. Τα διαγνωστικά κριτήρια βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση, ενώ οι ειδικοί διαφωνούν για το κατά πόσο τα διαθέσιμα στοιχεία επαρκούν ώστε να τεκμηριώσουν μια διακριτή μορφή διαβήτη.
Μια παλιά παρατήρηση που απέκτησε νέο όνομα
Η ιστορία του διαβήτη τύπου 5 ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ο Βρετανός γιατρός Philip Hugh-Jones περιέγραψε περιστατικά ασθενών σε κλινική διαβήτη στην Τζαμάικα. Οι ασθενείς ήταν νέοι και αδύνατοι, αλλά δεν εμφάνιζαν διαβητική κετοξέωση, μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή επιπλοκή που χαρακτηρίζεται από συσσώρευση οξέων στο αίμα και συνδέεται συχνά με τον διαβήτη τύπου 1.
Η σχετική περιγραφή δημοσιεύθηκε το 1955 στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet. Τα περιστατικά αυτά ανέδειξαν την πιθανότητα να υπάρχει μια μορφή διαβήτη με διαφορετικά μεταβολικά χαρακτηριστικά από εκείνα που ήταν γνωστά μέχρι τότε.
Το 1985, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συμπεριέλαβε τον διαβήτη που σχετίζεται με τον υποσιτισμό στην ταξινόμηση της νόσου. Ωστόσο, το 1999 η συγκεκριμένη κατηγορία αφαιρέθηκε, καθώς δεν υπήρχε επαρκής συμφωνία για το αν ο υποσιτισμός αποτελούσε πράγματι αιτία μιας ξεχωριστής μορφής διαβήτη ή αν συνυπήρχε με άλλους παράγοντες.
Τις επόμενες δεκαετίες, ανάλογα περιστατικά καταγράφηκαν σε χώρες όπως η Ινδία, το Μπανγκλαντές, η Αιθιοπία, η Νιγηρία και η Ουγκάντα. Η συσσώρευση κλινικών παρατηρήσεων και νεότερων μεταβολικών μελετών οδήγησε στην επανεξέταση του ζητήματος.
Τον Ιανουάριο του 2025, ειδικοί συγκεντρώθηκαν στο Βελόρ της Ινδίας και πρότειναν την καθιέρωση της ονομασίας «διαβήτης τύπου 5». Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, η IDF υιοθέτησε την ονομασία στο Παγκόσμιο Συνέδριο Διαβήτη στην Μπανγκόκ και συγκρότησε ομάδα εργασίας για την ανάπτυξη διαγνωστικών κριτηρίων και θεραπευτικών κατευθυντήριων οδηγιών.
Τι είναι ο διαβήτης τύπου 5 και πώς διαφέρει από τους άλλους τύπους;
Ο διαβήτης τύπου 5 περιγράφεται ως μια κατάσταση κατά την οποία το πάγκρεας δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη για να διατηρήσει τη γλυκόζη του αίματος σε φυσιολογικά επίπεδα, χωρίς όμως να υπάρχει απαραίτητα η αυτοάνοση καταστροφή των κυττάρων που παράγουν την ορμόνη ή η έντονη αντίσταση στην ινσουλίνη που χαρακτηρίζει πολλές περιπτώσεις διαβήτη τύπου 2.
Η βασική διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός διαχειρίζεται την ινσουλίνη.
- Διαβήτης τύπου 1: Το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα βήτα κύτταρα του παγκρέατος, με αποτέλεσμα τη σοβαρή μείωση ή την πλήρη απουσία παραγωγής ινσουλίνης.
- Διαβήτης τύπου 2: Ο οργανισμός εμφανίζει συνήθως αντίσταση στην ινσουλίνη, δηλαδή τα κύτταρα δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στη δράση της, ενώ με την πάροδο του χρόνου μπορεί να μειωθεί και η παραγωγή της.
- Διαβήτης τύπου 5: Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, το κύριο χαρακτηριστικό είναι η ανεπαρκής παραγωγή ινσουλίνης, σε συνδυασμό με σχετικά διατηρημένη ευαισθησία των ιστών στη δράση της.
Η συγκεκριμένη μορφή έχει συσχετιστεί με παρατεταμένο υποσιτισμό και πιθανές διαταραχές στην ανάπτυξη του παγκρέατος. Μία από τις υποθέσεις είναι ότι η ανεπαρκής πρόσληψη θρεπτικών συστατικών κατά την ανάπτυξη, ακόμη και πριν από τη γέννηση, ενδέχεται να επηρεάζει τον αριθμό ή τη λειτουργία των βήτα κυττάρων που παράγουν ινσουλίνη.
Πρόκειται, ωστόσο, για πιθανό μηχανισμό και όχι για οριστικά αποδεδειγμένη αιτιώδη σχέση.
Ποιοι άνθρωποι ενδέχεται να επηρεάζονται;
Η προτεινόμενη κλινική εικόνα αφορά κυρίως νέους ανθρώπους με χαμηλό σωματικό βάρος και ιστορικό υποσιτισμού. Στην περίληψη της διεθνούς συναινετικής επιστημονικής έκθεσης περιγράφονται ενδεικτικά άτομα ηλικίας κάτω των 30 ετών και με δείκτη μάζας σώματος (BMI) χαμηλότερο από 18,5.
Ο δείκτης μάζας σώματος υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος σε κιλά με το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα. Τιμή κάτω από 18,5 χρησιμοποιείται συνήθως ως όριο για την κατηγορία του λιποβαρούς ενήλικα.
Ωστόσο, το χαμηλό σωματικό βάρος από μόνο του δεν αρκεί για να τεθεί διάγνωση διαβήτη τύπου 5. Ένα άτομο μπορεί να είναι εκ φύσεως αδύνατο, να έχει χαμηλό βάρος για πολλούς διαφορετικούς λόγους ή να πάσχει από άλλη μορφή διαβήτη.
Για την αξιολόγηση μιας πιθανής περίπτωσης απαιτείται να συνεκτιμώνται το διατροφικό ιστορικό, οι μεταβολικές εξετάσεις, η λειτουργία του παγκρέατος και τα στοιχεία που βοηθούν στον αποκλεισμό άλλων αιτιών, όπως ο αυτοάνοσος ή ο κληρονομικός διαβήτης.
Γιατί αμφισβητούν ορισμένοι επιστήμονες τη νέα κατηγορία;
Παρά την αναγνώριση από την IDF, η επιστημονική συζήτηση παραμένει ανοιχτή.
Σε ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Diabetes & Metabolic Syndrome: Clinical Research & Reviews, οι ερευνητές Anoop Misra, Shashank Joshi και Ambrish Mithal υποστήριξαν ότι η επαναφορά του διαβήτη που σχετίζεται με τον υποσιτισμό ως ξεχωριστής κατηγορίας δεν δικαιολογείται ακόμη από τα διαθέσιμα δεδομένα.
Μεταξύ των βασικών ενστάσεών τους είναι ότι:
- Ο χαμηλός δείκτης μάζας σώματος δεν αποτελεί αξιόπιστο δείκτη υποσιτισμού σε όλους τους πληθυσμούς.
- Ο διαβήτης τύπου 5 μπορεί να επικαλύπτεται με άλλες μορφές της νόσου, ιδιαίτερα με τον αυτοάνοσο διαβήτη.
- Δεν έχει αποδειχθεί με σαφήνεια ότι ο υποσιτισμός αποτελεί την αιτία και όχι, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνέπεια της νόσου.
- Τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται από σχετικά μικρές και ετερογενείς μελέτες, χωρίς επαρκή μακροχρόνια παρακολούθηση.
- Οι επικριτές επισημαίνουν επίσης ότι ο υποσιτισμός δεν έχει την ίδια συχνότητα ή τα ίδια χαρακτηριστικά σε όλες τις χώρες και ότι μια διάγνωση που βασίζεται υπερβολικά στο βάρος μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη ταξινόμηση ασθενών.
Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε και το 2026, με επιστολές και απαντήσεις στο The Lancet Global Health. Το βασικό ερώτημα παραμένει εάν τα διαθέσιμα στοιχεία τεκμηριώνουν μια ενιαία, διακριτή νόσο ή εάν περιγράφουν διαφορετικές καταστάσεις που έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.
Πόσο συχνός είναι ο διαβήτης τύπου 5;
Οι εκτιμήσεις που αναφέρονται από την IDF και το Global Diabetes Institute του Albert Einstein College of Medicine κάνουν λόγο για περίπου 20 έως 25 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.
Ο αριθμός αυτός, ωστόσο, πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για αποτέλεσμα παγκόσμιας καταγραφής ασθενών με επιβεβαιωμένη διάγνωση βάσει καθολικά αποδεκτών κριτηρίων.
Η έλλειψη ενιαίων διαγνωστικών κανόνων, η περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένες εξετάσεις και η πιθανή σύγχυση με άλλες μορφές διαβήτη δυσκολεύουν την ακριβή αποτύπωση της συχνότητας της νόσου.
Η αναγνώριση του τύπου 5 αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της έρευνας και στην καλύτερη αναγνώριση ασθενών που ενδέχεται να μην αντιμετωπίζονται σωστά όταν η διάγνωσή τους βασίζεται αποκλειστικά στα χαρακτηριστικά του τύπου 1 ή του τύπου 2.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Η θεραπευτική αντιμετώπιση αποτελεί ένα από τα πεδία στα οποία απαιτείται περισσότερη έρευνα.
Σύμφωνα με την IDF, ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να μπορούν να αντιμετωπιστούν με από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα, αντί να χρειάζονται εξαρχής θεραπεία με ινσουλίνη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ίδια θεραπευτική προσέγγιση είναι κατάλληλη για όλους.
Η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται από το επίπεδο γλυκόζης στο αίμα, τον βαθμό ανεπάρκειας ινσουλίνης, τη γενική κατάσταση της υγείας και τις διατροφικές ανάγκες του ασθενούς. Εάν χορηγηθεί ινσουλίνη χωρίς κατάλληλη προσαρμογή στη διατροφή και στις συνθήκες διαβίωσης, υπάρχει κίνδυνος υπογλυκαιμίας, δηλαδή επικίνδυνης πτώσης του σακχάρου.
Για τον λόγο αυτό, η σωστή διάγνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Οι θεραπευτικές αποφάσεις δεν πρέπει να βασίζονται μόνο στο σωματικό βάρος ή στην ηλικία, αλλά σε εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση.
Παράλληλα, η αντιμετώπιση τυχόν διατροφικών ελλείψεων και η εξασφάλιση επαρκούς και σταθερής πρόσληψης τροφής μπορεί να αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της συνολικής φροντίδας.
vita.gr