Πέντε αστυνομικοί από τα Χανιά μηνύουν τον Σταύρο Μπαλάσκα – Το παρασκήνιο μιας υπόθεσης που προκάλεσε αντιδράσεις

Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Μια εξέλιξη που λίγοι ανέμεναν φαίνεται πως παίρνει πλέον επίσημη μορφή. Μέχρι και χθες, ο Σταύρος Μπαλάσκας, σε συνομιλίες του με δημοσιογράφους τηλεοπτικών σταθμών, υποστήριζε ότι δεν είχε καμία ενημέρωση ή ένδειξη πως αστυνομικοί επρόκειτο να κινηθούν νομικά εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ένας από τους αξιωματικούς που περιλαμβάνονται στους μηνυτές, ερωτηθείς σχετικά, απαντούσε με βεβαιότητα ότι η προσφυγή στη Δικαιοσύνη ήταν δεδομένη.
Τελικά, οι πληροφορίες επιβεβαιώθηκαν.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Politica.gr, πέντε αστυνομικοί από τα Χανιά αποφάσισαν να καταθέσουν μήνυση, θεωρώντας ότι δημόσιες δηλώσεις και τοποθετήσεις απαξίωσαν το έργο τους και αμφισβήτησαν την επαγγελματική τους επάρκεια κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης της Σταυρούλας Λεβεντάκη.
«Έψαχναν τη Σταυρούλα σαν να ήταν δικός τους άνθρωπος»
Για περίπου δέκα ημέρες, οι αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων βρίσκονταν διαρκώς στο πεδίο των ερευνών.
«Ήθελαν να τη βρουν ζωντανή. Δεν άφηναν τίποτα στην τύχη. Κάθε πληροφορία, κάθε κατάθεση και κάθε μαρτυρία εξεταζόταν με ιδιαίτερη προσοχή», αναφέρει πηγή από το Αστυνομικό Μέγαρο Χανίων.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ένα από τα στοιχεία που κίνησαν το ενδιαφέρον των ερευνητών ήταν αναφορές του καθ’ ομολογίαν δράστη σχετικά με την προσωπική κατάσταση του θύματος, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονταν από το περιβάλλον της. Η αντίφαση αυτή αποτέλεσε ένα από τα πολλά κομμάτια του παζλ που συνέβαλαν στην πορεία της έρευνας.
Οι ίδιοι κύκλοι υποστηρίζουν ότι οι αστυνομικοί αισθάνονται πως ο επαγγελματισμός και η προσπάθειά τους αμφισβητήθηκαν δημόσια, παρά το γεγονός ότι εργάστηκαν εντατικά για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
«Άλλο η κριτική και άλλο η ισοπεδωτική απαξίωση», σημειώνουν χαρακτηριστικά.
Σιωπή μέχρι την κηδεία
Μέχρι και την ημέρα της κηδείας της Σταυρούλας Λεβεντάκη, οι αστυνομικοί που αποφάσισαν να κινηθούν νομικά απέφυγαν οποιαδήποτε δημόσια τοποθέτηση.
Παρά τη σχετική φημολογία που είχε αναπτυχθεί στους δημοσιογραφικούς κύκλους, κανείς από όσους γνώριζαν τις προθέσεις τους δεν επιβεβαίωνε επισήμως την πληροφορία.
Πηγές αναφέρουν ότι η δυσαρέσκεια που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας τηλεοπτικών παρεμβάσεων και δημόσιων σχολίων ήταν γνωστή και σε υπηρεσιακούς κύκλους του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.
Σε επικοινωνία με τη συνήγορο των αστυνομικών, Σταματία Μάρκου, το Politica.gr ενημερώθηκε ότι η μήνυση αναμένεται να κατατεθεί την Πέμπτη.
Η συζήτηση για τον ρόλο των τηλεοπτικών σχολιαστών
Η υπόθεση αυτή ανοίγει παράλληλα μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τον ρόλο των τηλεοπτικών σχολιαστών και των πρώην στελεχών των διωκτικών αρχών που παρεμβαίνουν στη δημόσια συζήτηση για ανοιχτές ποινικές υποθέσεις.
Συχνά παρουσιάζονται εκτιμήσεις, σενάρια ή πληροφορίες που δημιουργούν έντονο ενδιαφέρον, χωρίς πάντοτε να επιβεβαιώνονται από τα πραγματικά δεδομένα της έρευνας.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στην κοινή γνώμη αλλά και πίεση στους επαγγελματίες της ενημέρωσης, οι οποίοι καλούνται να διασταυρώσουν πληροφορίες που δεν προέρχονται από επίσημες πηγές.
Η υπόθεση των Χανίων φαίνεται πως επαναφέρει στο προσκήνιο τα όρια ανάμεσα στη δημόσια ανάλυση, την προσωπική εκτίμηση και την υπεύθυνη ενημέρωση.
«Δεν προσβλήθηκαν μόνο οι ίδιοι»
Σύμφωνα με συναδέλφους τους, οι αστυνομικοί που προχωρούν στη συγκεκριμένη νομική ενέργεια θεωρούν ότι δεν θίχτηκαν μόνο οι ίδιοι προσωπικά.
Όπως υποστηρίζουν, αμφισβητήθηκε η προσπάθεια, ο χρόνος και η αφοσίωση που απαιτήθηκαν για τη διαχείριση μιας ιδιαίτερα δύσκολης υπόθεσης.
Άνθρωποι που συμμετείχαν στις έρευνες περιγράφουν τις στιγμές της ανεύρεσης της σορού ως ιδιαίτερα φορτισμένες συναισθηματικά, ακόμη και για έμπειρους αστυνομικούς με πολυετή υπηρεσία.
Γιατί πίσω από τις στολές και τους βαθμούς βρίσκονται άνθρωποι, οι οποίοι καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν δύσκολες και συχνά τραυματικές καταστάσεις.
Η νέα γενιά ερευνητών ενδεχομένως να μην επιδιώκει τη δημοσιότητα. Επιδιώκει, όμως, την εξιχνίαση των εγκλημάτων και την απόδοση δικαιοσύνης. Στην Κρήτη, τα ποσοστά εξιχνίασης σοβαρών εγκλημάτων παραμένουν διαχρονικά υψηλά, γεγονός που αναγνωρίζεται από πολλούς στον χώρο της δημόσιας ασφάλειας.
Ένα τέτοιο έργο, υποστηρίζουν όσοι συμμετείχαν στην υπόθεση, αξίζει να κρίνεται με αντικειμενικότητα και σεβασμό, χωρίς γενικεύσεις και αφορισμούς.