Φεριτίνη: Αυξάνονται τα όρια με στόχο να μειωθούν τα αδιάγνωστα περιστατικά αναιμίας

Δημοσιεύτηκε στις 29/10/2026 23:00

Φεριτίνη: Αυξάνονται τα όρια με στόχο να μειωθούν τα αδιάγνωστα περιστατικά αναιμίας
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η αναιμία λόγω έλλειψης σιδήρου, γνωστή ως σιδηροπενική, προκύπτει όταν ελαττώνονται τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης στο αίμα και ως εκ τούτου μπορεί να προκαλέσει δυσκολίες στην καθημερινότητα των πασχόντων. Γι’ αυτό είναι σημαντική η έγκαιρη διάγνωση προκειμένου να δοθεί η κατάλληλη θεραπεία.

Η λήψη σκευασμάτων σιδήρου χωρίς ιατρική εκτίμηση δεν συνιστάται, καθώς μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση.

Η έλλειψη σιδήρου είναι η πιο συχνή διατροφική ανεπάρκεια στον κόσμο και εκτιμάται ότι αφορά περίπου έναν στους τρεις ανθρώπους, περίπου 2 δισεκατομμύρια παγκοσμίως και 10 εκατομμύρια ενήλικες μόνο στις ΗΠΑ.

Παρά τη συχνότητά της και τη διαθεσιμότητα αποτελεσματικών θεραπειών, πολλοί ασθενείς ζουν με συμπτώματα για μήνες ή και χρόνια προτού τεθεί η διάγνωση. Σύμφωνα με την Αμερικανική Αιματολογική Εταιρεία (ASH), έως και το 70% των περιστατικών σε ομάδες υψηλού κινδύνου διαφεύγει, λόγω περιορισμένου ελέγχου και μεγάλης ποικιλίας στα όρια αναφοράς των εργαστηρίων.

Για να καλύψει αυτό το κενό, η ASH δημοσίευσε στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 νέες, τεκμηριωμένες κατευθυντήριες οδηγίες κλινικής πρακτικής (Blood Advances, 2026) για τη διάγνωση της έλλειψης σιδήρου σε ενήλικες, μικρά παιδιά, άτομα με έμμηνο ρύση, εγκύους και ασθενείς με φλεγμονή. Τη σημασία τους ανέδειξε πρόσφατα και το περιοδικό JAMA, επισημαίνοντας ότι στόχος είναι η τυποποίηση των ορίων φεριτίνης και η μείωση των χαμένων διαγνώσεων.

Οι γιατροί του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», Κωνσταντίνος Γιάννακας και Θάνος Δημόπουλος, συνοψίζουν τα κυριότερα σημεία.

Τι είναι η έλλειψη σιδήρου και ποιοι κινδυνεύουν

Ο σίδηρος είναι απαραίτητος για την παραγωγή της αιμοσφαιρίνης – του μορίου των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει το οξυγόνο σε όλο τον οργανισμό – αλλά και για την υγεία του εγκεφάλου, του ανοσοποιητικού, των μυών, του δέρματος, των μαλλιών και των νυχιών. Ο οργανισμός αποθηκεύει τον σίδηρο κυρίως στην πρωτεΐνη φεριτίνη, τα επίπεδα της οποίας στο αίμα αντανακλούν το μέγεθος των αποθεμάτων.

Η έλλειψη σιδήρου εξελίσσεται σταδιακά: αρχικά οι ανάγκες ξεπερνούν την πρόσληψη και εξαντλούνται οι αποθήκες (πέφτει η φεριτίνη, ενώ η αιμοσφαιρίνη παραμένει φυσιολογική). Στη συνέχεια διαταράσσεται η παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και τελικά εγκαθίσταται η σιδηροπενική αναιμία, με μικρά και ωχρά (μικροκυτταρικά, υπόχρωμα) ερυθρά.

Η σιδηροπενική αναιμία είναι η συχνότερη αιματολογική πάθηση παγκοσμίως και, αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, ακόμα και απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές. Κρίσιμο σημείο: η έλλειψη σιδήρου μπορεί να υπάρχει – και να προκαλεί συμπτώματα – πολύ πριν εμφανιστεί αναιμία.

Η κύρια αιτία έλλειψης σιδήρου είναι η απώλεια αίματος. Στις ομάδες αυξημένου κινδύνου συμπεριλαμβάνονται:

  • Άτομα με έμμηνο ρύση, ιδίως με βαριά ή παρατεταμένη περίοδο, καθώς και οι έγκυοι και οι θηλάζουσες, λόγω αυξημένων αναγκών.
  • Βρέφη, μικρά παιδιά και έφηβοι, λόγω της ταχείας ανάπτυξης.
  • Άνδρες, και γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, στους οποίους η συχνότερη αιτία είναι η χρόνια «σιωπηλή» απώλεια αίματος από το πεπτικό (π.χ. έλκος, αιμορροΐδες, όγκοι), γι’ αυτό απαιτείται πάντα διερεύνηση του γαστρεντερικού.
  • Άτομα με διαταραχές απορρόφησης, όπως κοιλιοκάκη, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ατροφική γαστρίτιδα, λοίμωξη από Helicobacter pylori ή μετά από βαριατρικό χειρουργείο
  • Άτομα με περιοριστικές δίαιτες ή χρόνια νοσήματα, όπως χρόνια νεφρική νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και ρευματολογικά νοσήματα.

Τα συμπτώματα

Τα συμπτώματα είναι συχνά ήπια και μη ειδικά, γεγονός που εξηγεί την καθυστέρηση της διάγνωσης: κόπωση και έλλειψη ενέργειας, αδυναμία, ζάλη, δύσπνοια, ταχυκαρδία, πονοκέφαλος, ωχρότητα και δυσκολία συγκέντρωσης.

Μπορεί επίσης να εμφανιστεί σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, ενώ σε σοβαρή έλλειψη περιγράφονται πίκα (ακατανίκητη επιθυμία κατανάλωσης πάγου ή μη φαγώσιμων ουσιών), γλωσσίτιδα, χειλίτιδα και κοιλονυχία (νύχια σε σχήμα «κουταλιού»).

Πώς διαγιγνώσκεται και τι αλλάζει με τις νέες οδηγίες

Η διάγνωση γίνεται με απλές αιματολογικές εξετάσεις: γενική αίματος, σίδηρο ορού, ικανότητα δέσμευσης σιδήρου, κορεσμό τρανσφερρίνης, δικτυοερυθροκύτταρα, επίχρισμα περιφερικού αίματος και κυρίως φεριτίνη ορού, τον καλύτερο έμμεσο δείκτη των συνολικών αποθεμάτων σιδήρου.

Η φεριτίνη, ωστόσο, είναι «πρωτεΐνη οξείας φάσης». Αυξάνεται σε φλεγμονές, λοιμώξεις και καρκίνο, με αποτέλεσμα μια φυσιολογική ή αυξημένη τιμή να μην αποκλείει την έλλειψη σιδήρου σε αυτούς τους ασθενείς. Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε συμφωνία για το όριο κάτω από το οποίο η φεριτίνη θεωρείται χαμηλή. Πολλά εργαστήρια χρησιμοποιούσαν ως όριο το κατώτερο φυσιολογικό, βασισμένο σε «υγιείς» πληθυσμούς που όμως περιλάμβαναν πολλά άτομα με λανθάνουσα έλλειψη σιδήρου, με αποτέλεσμα όρια τεχνητά χαμηλά.

Η πολυεπιστημονική επιτροπή της ASH – με τη συμμετοχή και εκπροσώπου ασθενών – αξιολόγησε συστηματικά τα διαθέσιμα δεδομένα με τη μεθοδολογία GRADE και κατέληξε σε πέντε συστάσεις. Η κεντρική αλλαγή είναι ότι τα όρια φεριτίνης για τη διάγνωση αυξάνονται σε όλους τους πληθυσμούς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αναιμίας:

  • Παιδιά 9 μηνών – 4 ετών: Προηγούμενο όριο: ≤12 ng/Ml. Νέο όριο: ≤20 ng/mL
  • Ενήλικες, άτομα με έμμηνο ρύση, έγκυοι: Προηγούμενο όριο: ≤15 ng/mL. Νέο όριο: ≤30 ng/mL.
  • Ομάδες υψηλού κινδύνου (π.χ. βαριά έμμηνος ρύση, έγκυοι με αναιμία): Νέο όριο: ≤50 ng/mL.
  • Ενήλικες με φλεγμονή (καρκίνος, ΙΦΝΕ, λοιμώξεις κ.ά.): Νέο όριο: φεριτίνη <100 ng/mL ή κορεσμός τρανσφερρίνης <20%.

Στις εγκύους, η επιτροπή συστήνει ρητά να μη χρησιμοποιείται πλέον το όριο των 15 ng/mL. Στους ασθενείς με φλεγμονή, συστήνεται ο συνδυασμός φεριτίνης και κορεσμού τρανσφερρίνης, αρκεί να πληρείται το ένα από τα δύο κριτήρια. Ο κορεσμός τρανσφερρίνης μετράται ιδανικά μετά από νηστεία περίπου 5-9 ωρών, χωρίς λήψη σκευασμάτων σιδήρου ή πολυβιταμινών.

Τα όρια καθοδηγούν, δεν «απαιτούν» θεραπεία. Δηλαδή, δεν αποτελούν αυτόματο έναυσμα για χορήγηση σιδήρου, η απόφαση λαμβάνεται με βάση την αιτία, την κλινική εικόνα και το ισοζύγιο οφέλους-κινδύνου. Οι συστάσεις βασίζονται σε δεδομένα χαμηλής ή πολύ χαμηλής βεβαιότητας και η επιτροπή καταγράφει ερευνητικά κενά, μεταξύ αυτών, τον προσυμπτωματικό έλεγχο των γυναικών.

Πώς αντιμετωπίζεται

Η σιδηροπενική αναιμία αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά, με δύο βασικούς άξονες: εύρεση και διόρθωση της αιτίας. Η χορήγηση σιδήρου χωρίς αναζήτηση της αιτίας θεωρείται κακή πρακτική, η πηγή απώλειας αίματος πρέπει να αναζητείται ακόμα και σε ήπια αναιμία, καθώς μπορεί να είναι το μόνο σημάδι ενός λανθάνοντος καρκίνου του πεπτικού.

• Σίδηρος από το στόμα: η θεραπεία πρώτης επιλογής για τους περισσότερους ασθενείς, συχνά σε σχήμα κάθε δεύτερη ημέρα, που βελτιώνει την απορρόφηση και περιορίζει τις γαστρεντερικές ενοχλήσεις· η βιταμίνη C ενισχύει την απορρόφηση. Η θεραπεία συνεχίζεται για περίπου 6 μήνες μετά την αποκατάσταση της αιμοσφαιρίνης, ώστε να αναπληρωθούν τα αποθέματα.

• Ενδοφλέβιος σίδηρος: επιφυλάσσεται για ασθενείς που δεν ανέχονται ή δεν ανταποκρίνονται στον σίδηρο από το στόμα, για όσους έχουν συνεχιζόμενη σημαντική απώλεια αίματος, καθώς και όταν απαιτείται ταχεία αναπλήρωση (σοβαρή αναιμία, προγραμματισμένο χειρουργείο, τρίτο τρίμηνο κύησης).

Η ανταπόκριση είναι συνήθως γρήγορη. Η αιμοσφαιρίνη αρχίζει να αυξάνεται μέσα σε 1-2 εβδομάδες και η αναιμία αναμένεται να διορθωθεί εντός περίπου δύο μηνών. Ανεπαρκής ανταπόκριση οδηγεί σε αναζήτηση συνεχιζόμενης αιμορραγίας, δυσαπορρόφησης ή υποκείμενου νοσήματος. Η ASH έχει ανακοινώσει ότι νέες οδηγίες για τη θεραπεία της έλλειψης σιδήρου αναμένονται το 2027.

Ωστόσο, επειδή τα νέα όρια είναι υψηλότερα, ορισμένα άτομα τα οποία στο παρελθόν θεωρήθηκαν ότι «δεν έχουν έλλειψη σιδήρου» – ιδίως όσα είχαν φεριτίνη κοντά στο παλιό όριο – μπορεί πλέον να πληρούν τα κριτήρια.

Όσοι ανήκουν σε ομάδα υψηλού κινδύνου ή έχουν επίμονη κόπωση και συναφή συμπτώματα, καλό είναι να συζητήσουν με τον ιατρό τους τον έλεγχο της φεριτίνης με βάση τα νέα όρια. Αντιθέτως, η αυτοθεραπεία με σκευάσματα σιδήρου χωρίς ιατρική εκτίμηση δεν συνιστάται, καθώς μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση της υποκείμενης αιτίας.

in.gr


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook