Ενδομητρίωση: Η εξέταση που ίσως αλλάξει τη διάγνωση

Η ενδομητρίωση είναι από τις πιο συχνές αλλά και πιο δύσκολες στη διάγνωση γυναικολογικές παθήσεις. Επηρεάζει περίπου το 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως και μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο στην περίοδο, χρόνιο πυελικό πόνο, έντονη αιμορραγία κατά την έμμηνο ρύση, κόπωση, δυσκολία στη σύλληψη, αλλά και σημαντική επιβάρυνση στην καθημερινότητα και την ψυχική υγεία.
Παρότι αφορά τόσο μεγάλο αριθμό γυναικών, η διάγνωση συχνά καθυστερεί, με τον χρόνο να κυμαίνεται από 4 έως 12 χρόνια, καθώς τα συμπτώματα διαφέρουν από γυναίκα σε γυναίκα, συχνά υποτιμώνται ή συγχέονται με άλλες παθήσεις. Η ακριβής διάγνωση της ενδομητρίωσης βασίζεται συνδυαστικά στο ιστορικό, στην κλινική εικόνα και σε απεικονιστικές εξετάσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται λαπαροσκόπηση για επιβεβαίωση.
Τώρα, μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου φέρνει στο προσκήνιο ένα πιθανό νέο εργαλείο, την εξέταση αίματος. Πιο συγκεκριμένα, οι επιστήμονες εντόπισαν σε γυναίκες με επιβεβαιωμένη ενδομητρίωση ένα ιδιαίτερο ορμονικό «αποτύπωμα», το οποίο τις διαφοροποιούσε από γυναίκες χωρίς τη νόσο.
Η ενδομητρίωση έχει το δικό της ορμονικό «αποτύπωμα»
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε τα επίπεδα ορμονών στο αίμα 159 γυναικών με επιβεβαιωμένη ενδομητρίωση και 57 γυναικών χωρίς την πάθηση. Το ενδιαφέρον των επιστημόνων στράφηκε κυρίως στα ανδρογόνα, ορμόνες που συνδέονται κυρίως με τον ανδρικό οργανισμό, αν και υπάρχουν φυσιολογικά και στον γυναικείο.
Μέχρι σήμερα, η ενδομητρίωση θεωρείται κυρίως πάθηση που επηρεάζεται από τα οιστρογόνα και την προγεστερόνη, ορμόνες που συνδέονται με τον εμμηνορροϊκό κύκλο. Ο ρόλος των ανδρογόνων είχε μελετηθεί πολύ λιγότερο.
Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι γυναίκες με ενδομητρίωση είχαν διακριτές διαφορές σε μια ομάδα ανδρογόνων που προέρχονται από τα επινεφρίδια. Ανάμεσά τους ξεχώρισε μια μορφή ανδρογόνου που βρέθηκε σε υψηλότερα επίπεδα στις γυναίκες με τη νόσο. Με βάση αυτό το ορμονικό μοτίβο, το μοντέλο που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες κατάφερε να αναγνωρίσει σωστά πάνω από το 95% των γυναικών με ενδομητρίωση που συμμετείχαν στη μελέτη.
Γιατί έχει σημασία για τη διάγνωση
Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για μια πιο απλή, μη επεμβατική εξέταση που θα συμβάλλει στην έγκαιρη διάγνωση της ενδομητρίωσης. Η σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης είναι μεγάλη, καθώς πρόκειται για μια χρόνια πάθηση, κατά την οποία ιστός παρόμοιος με αυτόν που επενδύει το εσωτερικό της μήτρας αναπτύσσεται έξω από αυτήν, προκαλώντας φλεγμονή, πόνο και σε ορισμένες περιπτώσεις συμφύσεις.
Η καθυστέρηση στη διάγνωση μπορεί να σημαίνει χρόνια πόνου χωρίς διευκρίνιση, επαναλαμβανόμενες επισκέψεις σε γιατρούς, δυσκολία στην εργασία ή στις σπουδές, επιβάρυνση της ψυχικής υγείας και καθυστερημένη πρόσβαση σε θεραπευτικές επιλογές.
Τι μένει να αποδειχθεί
Οι ερευνητές τονίζουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες και πιο αντιπροσωπευτικές μελέτες, με γυναίκες διαφορετικών ηλικιών, χαρακτηριστικών και υποβάθρων. Παράλληλα, πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι αυτό το ορμονικό «αποτύπωμα» μπορεί να διακρίνει με σαφήνεια την ενδομητρίωση από άλλες παθήσεις που επηρεάζουν επίσης τις ορμόνες.
Προς το παρόν, η μελέτη δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η διάγνωση στην κλινική πράξη. Προσθέτει, όμως, ένα νέο στοιχείο στην κατανόηση της ενδομητρίωσης και επιβεβαιώνει ότι η νόσος είναι πιο σύνθετη απ’ όσο πιστεύαμε.
vita.gr