Καφές και διάθεση: Η σύνδεση που ξεκινά από το έντερο

Για τους περισσότερους, ο πρωινός καφές είναι συνώνυμος με την αφύπνιση. Τον πίνουμε για να νιώσουμε περισσότερη ενέργεια και για να συγκεντρωθούμε στη δουλειά. Η δράση του αποδίδεται συνήθως στην καφεΐνη. Ωστόσο, ο καφές είναι ένα πολύ πιο σύνθετο ρόφημα. Περιέχει εκατοντάδες βιολογικά ενεργές ουσίες, όπως πολυφαινόλες, αλκαλοειδή και συστατικά που μοιάζουν με φυτικές ίνες. Ορισμένες από αυτές φτάνουν στο παχύ έντερο, όπου αλληλεπιδρούν με τα μικρόβια του πεπτικού συστήματος. Μια νέα μελέτη επισημαίνει ότι αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να επηρεάζει τη διάθεση και ορισμένες νοητικές λειτουργίες.
Η επικοινωνία εντέρου και εγκεφάλου
Έντερο και εγκέφαλος επικοινωνούν διαρκώς μέσω του λεγόμενου άξονα μικροβιώματος-εντέρου-εγκεφάλου. Πρόκειται για ένα σύνθετο δίκτυο στο οποίο συμμετέχουν το πνευμονογαστρικό νεύρο, το ανοσοποιητικό σύστημα, οι ορμόνες, οι μικροβιακοί μεταβολίτες και χημικές ουσίες που σχετίζονται με τους νευροδιαβιβαστές.
Τα βακτήρια του εντέρου επεξεργάζονται στοιχεία της διατροφής μας και παράγουν ουσίες που ενδέχεται να επηρεάζουν την αντίδραση στο στρες, τη διάθεση και τη γνωστική λειτουργία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα συγκεκριμένο βακτήριο καθορίζει το πώς σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε. Το μικροβίωμα είναι ένα πολύπλοκο οικοσύστημα, το οποίο διαμορφώνεται από τη διατροφή, τον ύπνο, το άγχος, τα γονίδια και τον τρόπο ζωής.
Ο καφές παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή οι πολυφαινόλες και ορισμένες ουσίες που δημιουργούνται κατά το καβούρδισμα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από μικροοργανισμούς του εντέρου, λειτουργώντας σε κάποιον βαθμό σαν πρεβιοτικά.
Καφές και έντερο: Τι έδειξε η μελέτη;
Ερευνητές από το University College Cork συνέκριναν 31 ανθρώπους που έπιναν συστηματικά καφέ με 31 άτομα που δεν κατανάλωναν τακτικά το ρόφημα. Οι συστηματικοί καταναλωτές έπιναν συνήθως τρία έως πέντε φλιτζάνια την ημέρα. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν ως προς τη διάθεση, το στρες, την παρορμητικότητα, την προσοχή, τη μνήμη και άλλες γνωστικές λειτουργίες. Παράλληλα, αναλύθηκαν δείγματα για τη μελέτη του μικροβιώματος και διαφορετικών μεταβολιτών.
Στη συνέχεια, όσοι έπιναν συστηματικά καφέ σταμάτησαν για δύο εβδομάδες. Μετά από αυτή την περίοδο αποχής, χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες και κατανάλωναν για τρεις εβδομάδες είτε κανονικό είτε ντεκαφεϊνέ καφέ.
Οι ερευνητές παρατήρησαν διαφορές στη σύνθεση του μικροβιώματος των συστηματικών καταναλωτών, αλλά και σε μεταβολίτες που σχετίζονται με τη λειτουργία του εγκεφάλου. Ορισμένες αλλαγές υποχώρησαν κατά την αποχή, γεγονός που δείχνει ότι τουλάχιστον μέρος της επίδρασης του καφέ μπορεί να είναι αναστρέψιμο. Άλλες μεταβολές εμφανίστηκαν τόσο με τον κανονικό όσο και με τον ντεκαφεϊνέ καφέ.
Περισσότερα από μια δόση καφεΐνης
Η καφεΐνη μειώνει την αίσθηση της υπνηλίας στον εγκέφαλο. Στη μελέτη, ο κανονικός καφές συνδέθηκε με μεγαλύτερη εγρήγορση και προσοχή μετά την επανένταξή του στη διατροφή. Στη συγκεκριμένη μελέτη, η ομάδα της καφεΐνης παρουσίασε επίσης χαμηλότερο άγχος.
Ο ντεκαφεϊνέ καφές, από την άλλη πλευρά, συνδέθηκε με πιθανές βελτιώσεις σε πλευρές της μάθησης και της μνήμης. Και στις δύο ομάδες καταγράφηκαν αλλαγές συμβατές με καλύτερη διάθεση, όπως λιγότερο αντιλαμβανόμενο στρες.
Τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι ο καφές προκάλεσε αυτές τις βελτιώσεις. Είναι πιθανό, όμως, ότι συστατικά όπως οι πολυφαινόλες ίσως συμμετέχουν στις επιδράσεις του ροφήματος, επηρεάζοντας τη μικροβιακή δραστηριότητα ή την αγγειακή λειτουργία.
Η άλλη πλευρά του νομίσματος
Στην αρχική σύγκριση, οι συστηματικοί καταναλωτές καφέ εμφάνισαν μεγαλύτερη παρορμητικότητα και συναισθηματική αντιδραστικότητα, ενώ όσοι δεν έπιναν καφέ είχαν καλύτερες επιδόσεις σε ορισμένες δοκιμασίες μνήμης.
Δεν γνωρίζουμε αν ευθύνεται ο καφές ή αν άνθρωποι περισσότερο κουρασμένοι, παρορμητικοί ή ευάλωτοι στο στρες έχουν μεγαλύτερη τάση να τον καταναλώνουν. Η ανοχή και τα συμπτώματα στέρησης από την καφεΐνη περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την εικόνα.
Ο καφές δεν αποτελεί θεραπεία για την κατάθλιψη, το άγχος ή τα προβλήματα μνήμης. Η υπερβολική καφεΐνη μπορεί να επιδεινώσει την αϋπνία, τις ταχυπαλμίες, το άγχος και τις γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Ο ντεκαφεϊνέ περιέχει λιγότερη καφεΐνη, όχι όμως πάντα μηδενική.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα δεν είναι ότι «ο καφές κάνει καλό». Είναι ότι το καθημερινό μας φλιτζάνι αποτελεί μια σύνθετη διατροφική εμπειρία. Μπορεί να επηρεάζει όχι μόνο την εγρήγορση, αλλά και τον συνεχή διάλογο ανάμεσα στα μικρόβια του εντέρου και στις συνδέσεις του εγκεφάλου.
vita.gr