Ο «αόρατος» μικροσκοπικός εχθρός της όρασης – Αυξάνει έως 70% τις πιθανότητες γλαυκώματος και καταρράκτη

Οι βλαβερές επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στους πνεύμονες και το καρδιαγγειακό σύστημα είναι πλέον γνωστές. Ωστόσο, νέα έρευνα υποδεικνύει ότι η μακροχρόνια έκθεση σε μολυσμένο αέρα ενδέχεται, επίσης, να αυξάνει τον κίνδυνο δύο σημαντικών προβλημάτων όρασης: Του γλαυκώματος και του καταρράκτη.
Τα ευρήματα προέρχονται από μια εκτενή συστηματική ανασκόπηση, που συνδυάζει 41 παρατηρητικές μελέτες και δεδομένα από εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως από την Ανατολική Ασία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι ερευνητές εξέτασαν εάν η έκθεση σε κοινούς ατμοσφαιρικούς ρύπους συσχετιζόταν με το γλαύκωμα, τον καταρράκτη και την ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (AMD). Η έρευνα παρουσιάστηκε από τον δρ. Ahmed Alnabihi του Νοσοκομείου και Ερευνητικού Κέντρου Οφθαλμολογίας «King Khaled» στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος ανέφερε ότι τα ευρήματα θέτουν ερωτήματα σχετικά με το αν ορισμένες παθήσεις που παραδοσιακά συνδέονται κυρίως με τη γήρανση ενδέχεται επίσης να επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Διερευνώντας δεδομένα υγείας εκατομμυρίων ανθρώπων
Για να σχηματίσουν μια ευρύτερη εικόνα, οι ερευνητές συνένωσαν τα αποτελέσματα μελετών που χρησιμοποίησαν μερικές από τις μεγαλύτερες βάσεις δεδομένων υγείας των ματιών παγκοσμίως. Εξέτασαν την έκθεση σε διάφορους ρύπους, όπως τα αιωρούμενα σωματίδια PM₂.₅ και PM₁₀, το διοξείδιο του αζώτου, το διοξείδιο του θείου, το όζον και το μονοξείδιο του άνθρακα. Στη συνέχεια, τα επίπεδα ρύπανσης συγκρίθηκαν με τις διαγνώσεις γλαυκώματος, καταρράκτη και ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας.
Τα PM₂.₅ στο προσκήνιο
Σύμφωνα με τον δρ. Alnabihi, με κάθε σημαντική αύξηση της έκθεσης στα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια, ο κίνδυνος γλαυκώματος αυξανόταν κατά περίπου 8%, ενώ ο κίνδυνος καταρράκτη αυξανόταν κατά περίπου 4%. Τα στοιχεία για την ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας ήταν λιγότερο σαφή. Ορισμένες μελέτες υποδείκνυαν μια συσχέτιση, αλλά τα συνολικά αποτελέσματα ήταν ασυνεπή. Ομοίως, ρύποι όπως το διοξείδιο του αζώτου και το όζον παρουσίασαν ασθενέστερες ή αμφιλεγόμενες σχέσεις με τις οφθαλμικές παθήσεις.
Διευκρινίζεται ότι οι μελέτες ήταν παρατηρητικές, επομένως τα αποτελέσματα καταδεικνύουν συσχετίσεις, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση προκαλεί άμεσα γλαύκωμα ή καταρράκτη.
Πώς τα PM₂.₅ επηρεάζουν τα μάτια
Τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια προέρχονται από πηγές όπως τα καυσαέρια οχημάτων, ο καπνός και η βιομηχανική ρύπανση. Το μικρό τους μέγεθος τους επιτρέπει να διεισδύουν βαθιά στον οργανισμό.
Μια πιθανή εξήγηση για τη συσχέτιση που παρατηρήθηκε αφορά στη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες. Η χρόνια έκθεση σε λεπτά σωματίδια ενδέχεται να προάγει βιολογικές διεργασίες που, με την πάροδο του χρόνου, θα μπορούσαν να βλάψουν το οπτικό νεύρο, που παίζει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη του γλαυκώματος, ή να επηρεάσουν τον φακό του ματιού, ο οποίος θολώνει στην περίπτωση του καταρράκτη.
Η ανατομία του ματιού μπορεί να το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο
«Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα όργανα, το μάτι είναι άμεσα εκτεθειμένο στο περιβάλλον», εξηγεί ο δρ. Alnabihi. Το δακρυϊκό φιλμ, ο επιπεφυκότας και ο κερατοειδής χιτώνας εκτίθενται άμεσα στον εξωτερικό αέρα, παρέχοντας μια βιολογικά εύλογη οδό, μέσω της οποίας η ρύπανση θα μπορούσε να επηρεάσει την οφθαλμική υγεία.
Τα ευρήματα, επομένως, διευρύνουν τη συζήτηση σχετικά με τις πιθανές συνέπειες της κακής ποιότητας του αέρα, πέρα από τις αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις.
Δύο σημαντικές απειλές για την όραση
Τόσο το γλαύκωμα, όσο και ο καταρράκτης γίνονται όλο και πιο συχνά με την ηλικία, αλλά οι επιπτώσεις τους στην όραση είναι διαφορετικές.
Ο καταρράκτης εμφανίζεται όταν ο φακός του ματιού θολώνει, με αποτέλεσμα τη θολή όραση και πιθανώς σημαντική βλάβη της όρασης, αν δεν χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Σύμφωνα με τη δρ. Filomena Ribeiro, διευθύντρια του Οφθαλμολογικού Τμήματος στο Νοσοκομείο da Luz της Λισαβόνας, ο καταρράκτης αποτελεί την κύρια αιτία μειωμένης όρασης παγκοσμίως, επηρεάζοντας περίπου 94 εκατομμύρια άτομα.
Στο γλαύκωμα, προκαλείται βλάβη στο οπτικό νεύρο που συνδέει το μάτι με τον εγκέφαλο. Εάν η πάθηση δε διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα, η απώλεια όρασης μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το γλαύκωμα επηρεάζει περίπου 7,7 εκατομμύρια άτομα, σύμφωνα με την δρ. Ribeiro.
Η ηλικία παραμένει σημαντικός παράγοντας κινδύνου για τις δύο ασθένειες – ωστόσο, η νέα ανάλυση υποδεικνύει ότι η έκθεση σε περιβαλλοντικούς ρύπους θα μπορούσε να αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι του «παζλ».
Ένας ακόμη λόγος για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα
Για τον δρ. Alnabihi, οι επιπτώσεις εκτείνονται πέρα από την οφθαλμολογία. Πλήθος επιστημονικών στοιχείων υποστηρίζει ότι μια πιο καθαρή ατμόσφαιρα θα συνέβαλε στην προστασία της καρδιαγγειακής και πνευμονικής υγείας. Εάν περαιτέρω έρευνα ενισχύσει τη σύνδεση με τις οφθαλμικές παθήσεις, η υγεία των ματιών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη σημαντικό επιχείρημα για αυστηρότερα πρότυπα ποιότητας του αέρα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν μέτρα όπως η μείωση της αστικής κυκλοφορίας, ο έλεγχος των εκπομπών και η επέκταση των χώρων πρασίνου ως πιθανούς τρόπους περιορισμού της έκθεσης του πληθυσμού. Τονίζουν, ωστόσο, ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα, η οποία θα αποσαφηνίσει την ισχύ των συσχετίσεων, θα προσδιορίσει ποιοι ρύποι ενέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, αλλά και ποιοι οι είναι οι σχετικοί βιολογικοί μηχανισμοί.
Προς το παρόν, τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι ο μολυσμένος αέρας προκαλεί άμεσα γλαύκωμα ή καταρράκτη. Ωστόσο, προσθέτουν την υγεία των ματιών σ’ ένα αυξανόμενο σύνολο στοιχείων που υποδηλώνουν ότι ο αέρας που αναπνέουν οι άνθρωποι μπορεί να επηρεάζει πολύ περισσότερα από τους πνεύμονές τους.
ygeiamou.gr