Όταν η κωλοτούμπα γίνεται εθνικό σπορ με δυο πρωταθλητές

Δημοσιεύτηκε στις 22/07/2026 10:34

Όταν η κωλοτούμπα γίνεται εθνικό σπορ με δυο πρωταθλητές
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Υπήρχε μια εποχή που η λέξη «κωλοτούμπα» χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει μια αθλητική κίνηση, μια ακροβατική φιγούρα ή έναν άνθρωπο που έκανε μια θεαματική τούμπα.

Στην Ελλάδα του 2026, όμως, η λέξη έχει αποκτήσει άλλη σημασία. Έχει καταστεί ,δια της πραγματικότητας ,δομικός πολιτικός όρος. Ίσως μάλιστα ο μοναδικός ελληνικός όρος που μπορεί να ακουστεί αυτούσιος σε ξένες δημοσιογραφικές αναλύσεις, όταν περιγράφεται η ελληνική πολιτική πραγματικότητα , και να γίνεται πλήρως κατανοητός από όλους τους ξενόγλωσσους της υφηλίου.

Δεν είναι τυχαίο. Οι πολίτες δεν θυμούνται μόνο τι έκανε κάθε κυβέρνηση. Θυμούνται κυρίως τι έλεγε πριν κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Ο Αντώνης Σαμαράς είχε δηλώσει πρόσφατα ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας τελικά δεν διαφέρουν. Η φράση αυτή, όσο πολιτικά φορτισμένη κι αν ήταν, αποκτά σήμερα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί αν υπάρχει κάτι που πραγματικά ενώνει τους δύο πρωθυπουργούς της τελευταίας δεκαετίας, δεν είναι ούτε η ιδεολογία ούτε η πολιτική τους διαδρομή. Είναι η ευκολία με την οποία εγκατέλειψαν κορυφαίες πολιτικές δεσμεύσεις όταν βρέθηκαν απέναντι στην πραγματικότητα της εξουσίας.

Η μία «κωλοτούμπα» διαδέχθηκε την άλλη. Και κάθε νέα αναδίπλωση έκανε την προηγούμενη να μοιάζει σχεδόν φυσιολογική.

Η μεγαλύτερη πολιτική αναδίπλωση της Μεταπολίτευσης
Το καλοκαίρι του 2015 ο ελληνικός λαός προσήλθε στις κάλπες για να απαντήσει σε ένα δημοψήφισμα που παρουσιάστηκε ως ιστορική σύγκρουση με τους Ευρωπαίους δανειστές.

Το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο. Το «Όχι» επικράτησε με ποσοστό άνω του 61%.Το πολιτικό μήνυμα που είχε εκπέμψει η κυβέρνηση ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρο. Το «Όχι» παρουσιαζόταν ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο απέναντι στους εταίρους.

Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η πραγματικότητα άλλαξε δραματικά. Η κυβέρνηση υπέγραψε νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης, με μέτρα τα οποία πολλοί θεώρησαν αυστηρότερα από εκείνα που είχαν απορριφθεί στο δημοψήφισμα.

Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας παραδέχθηκε αργότερα ότι βρέθηκε μπροστά σε διλήμματα που δεν επέτρεπαν διαφορετική επιλογή. Οι υποστηρικτές του μίλησαν για αναγκαστικό συμβιβασμό ώστε να παραμείνει η χώρα στο ευρώ. Οι αντίπαλοί του χρησιμοποίησαν μία μόνο λέξη: Κωλοτούμπα.

Από τότε η συγκεκριμένη λέξη πέρασε οριστικά στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο.

Οι Πρέσπες και η κυβίστηση της Νέας Δημοκρατίας
Το 2018 η Νέα Δημοκρατία βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της αντίδρασης απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήριζε τη συμφωνία εθνικά επιζήμια, ζητούσε να μην κυρωθεί και κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι παραχωρούσε εθνικά δικαιώματα.Το πολιτικό μήνυμα ήταν σαφές.Η συμφωνία δεν έπρεπε να προχωρήσει.

Λίγους μήνες αργότερα, πριν ακόμη αναλάβει την πρωθυπουργία, η θέση άλλαξε.Η νέα επιχειρηματολογία ήταν ότι οι διεθνείς συμφωνίες δεσμεύουν το κράτος ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία.

Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν επιχείρησε την ακύρωσή της αλλά την εφάρμοσε πλήρως.Το επιχείρημα ήταν θεσμικό.Η πολιτική εικόνα όμως ήταν διαφορετική.

Για τους πολίτες που είχαν ακούσει τις προηγούμενες καταγγελίες, η μεταστροφή έμοιαζε με μια ακόμη θεαματική κυβίστηση.

Το άρθρο 16 και το déjà vu της ελληνικής πολιτικής
Η ιστορία έχει μια παράξενη συνήθεια. Επιστρέφει.

Για δεκαετίες ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε από τους πιο ένθερμους υπερασπιστές του άρθρου 16 του Συντάγματος και της αποκλειστικά δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οικοδόμησε μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας πάνω στην αντίθεση απέναντι στα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Η σύγκρουση με τη Νέα Δημοκρατία ήταν απόλυτη.

Σήμερα όμως το πολιτικό σκηνικό έχει αλλάξει.O κ.Τσίπρας έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ και φόρεσε τη φανέλα της ΕΛ.Α.Σ σημειώνοντας με νέα κωλοτούμπα. Η θέση που διατυπώνεται πλέον είναι ότι, παρά τη διαφωνία με τον νόμο, δεν θα καταργηθούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που ήδη λειτουργούν, ούτε θα υπάρξει πρωτοβουλία κατάργησης του σχετικού νομοθετικού πλαισίου αλλά δεν υποστηρίζεται και η αναθεώρηση του άρθρου 16.

Η επιχειρηματολογία θυμίζει εντυπωσιακά εκείνη που χρησιμοποίησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τις Πρέσπες. «Διαφωνούμε, αλλά πλέον αποτελεί μια πραγματικότητα που δεν ανατρέπεται.»

Η πολιτική ειρωνεία είναι εμφανής. Εκείνος που κατηγορούσε τον αντίπαλό του για κυβίστηση, σήμερα χρησιμοποιεί την ίδια ακριβώς λογική.

Η ιστορία, τελικά, δεν επαναλαμβάνεται μόνο ως φάρσα. Επαναλαμβάνεται και ως πολιτική αντιγραφή.

Το ασυμβίβαστο που… κράτησε όσο κράτησε η επικαιρότητα
Τον Απρίλιο του 2026, υπό τη σκιά των εξελίξεων γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και των παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι επιθυμεί να θεσπιστεί ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή.

Η εξαγγελία παρουσιάστηκε ως σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση. Από την πρώτη στιγμή, όμως, συνταγματολόγοι και πολιτικές δυνάμεις υποστήριξαν ότι η πρόταση δημιουργούσε σοβαρά θεσμικά και πρακτικά ζητήματα και απαιτούσε συνταγματική αναθεώρηση, ενώ διατυπώθηκαν και επικρίσεις ότι επρόκειτο κυρίως για μια επικοινωνιακή πρωτοβουλία.

Λίγους μήνες αργότερα και ενώ ούτε οι βουλευτές της ΝΔ δε θα στήριζαν την … λαμπρή ιδέα του κ.Μητσοτάκη, η πρόταση εγκαταλείφθηκε. Δεν προχώρησε. Δεν υλοποιήθηκε.

Εξαφανίστηκε από την πολιτική ατζέντα.Η εξαγγελία που παρουσιάστηκε ως μεγάλη θεσμική τομή αποδείχθηκε προσωρινή. Και οι πολίτες έμειναν να αναρωτιούνται αν επρόκειτο για πραγματική μεταρρύθμιση ή για έναν ακόμη επικοινωνιακό κύκλο.

Το πρόβλημα δεν είναι η εξαίρεση της κωλοτούμπας αλλά ο κανόνας της

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των περιπτώσεων δεν είναι ότι άλλαξε η πραγματικότητα.

Άλλωστε κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι συνθήκες μεταβάλλονται. Οι κυβερνήσεις καλούνται να λαμβάνουν δύσκολες αποφάσεις.

Το πρόβλημα όμως αρχίζει όταν η προεκλογική βεβαιότητα μετατρέπεται σε μετεκλογική αμνησία.

Όταν τα μεγάλα «ποτέ» μετατρέπονται σε «τελικά ναι». Όταν τα απόλυτα «όχι» γίνονται «υπό προϋποθέσεις». Και όταν όσοι μέχρι χθες χαρακτήριζαν προδοσία μια επιλογή, σήμερα την παρουσιάζουν ως μοναδική θεσμική λύση.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ούτε ο κ.Μητσοτάκης , ούτε ο κ.Τσίπρας.

Είναι η ίδια η αξιοπιστία της πολιτικής. Ο πολίτης που ακούει καθημερινά βαρύγδουπες δεσμεύσεις γνωρίζει πλέον ότι μπορεί να έχουν ημερομηνία λήξης.

Γνωρίζει ότι οι πιο απόλυτες διακηρύξεις είναι συχνά εκείνες που εγκαταλείπονται πρώτες.

Γνωρίζει ότι οι κόκκινες γραμμές στην ελληνική πολιτική συνήθως σβήνονται με μια συνέντευξη Τύπου.

Έτσι γεννιέται ο κυνισμός. Έτσι ενισχύεται η αποχή. Έτσι καταρρέει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Καμία κυβέρνηση δεν είναι υποχρεωμένη να επιμένει σε μια λανθασμένη επιλογή μόνο και μόνο για να μη θεωρηθεί ότι άλλαξε γνώμη. Η πολιτική ωριμότητα απαιτεί πολλές φορές αναθεώρηση.

Άλλο όμως η ειλικρινής αναθεώρηση και άλλο να καταγγέλλεις ως καταστροφή αυτό που λίγους μήνες αργότερα εφαρμόζεις ο ίδιος.

Η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν οι πολιτικοί αλλάζουν θέση εξηγώντας με ειλικρίνεια γιατί το κάνουν. Δοκιμάζεται όταν προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες ότι δεν άλλαξαν ποτέ θέση.

Γιατί τότε δεν αλλάζει μόνο η πολιτική. Αλλάζει και η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και το πολιτικό σύστημα.

Και αυτή η ζημιά αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο να αναστραφεί από οποιαδήποτε πολιτική «κωλοτούμπα».


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook