Δήμαρχε μετά τον καμβά τι; Mια περίφραξη δεν σώζει την πόλη – Χρειάζεται στρατηγική για τα διατηρητέα

Η πρόσφατη πρωτοβουλία του Δήμου Ηρακλείου να περιφράξει το πρώην ξενοδοχείο «Μίνως» στην οδό 25ης Αυγούστου με μεγάλες εκτυπώσεις έργων από τη συλλογή της Δημοτικής Πινακοθήκης αποτελεί αναμφίβολα μια ευχάριστη εικόνα.
Εκεί όπου για δεκαετίες κυριαρχούσε ένα εγκαταλελειμμένο κουφάρι, γίνεται μια προσπάθεια ο δημόσιος χώρος να αποκτήσει χρώμα, αισθητική και μια πρώτη υπενθύμιση ότι ο πολιτισμός μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και ως προσωρινή απάντηση στην εγκατάλειψη.
Η πρωτοβουλία αυτή αξίζει αναγνώρισης. Όμως ας μην κρυβόμαστε ,μια όμορφη περίφραξη ύψους δύο περίπου μέτρων σε ενα 15μέτρο σε ύψος κτίριο δεν λύνει το πρόβλημα. Απλώς το ¨μπαλώνει¨.
Το πρώην «Μίνως» δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο μιας συνολικής παθογένειας. Δεκάδες διατηρητέα κτίρια στο Ηράκλειο, είτε ανήκουν στο Δημόσιο, είτε στον Δήμο, είτε σε ιδιώτες, παρουσιάζουν ακριβώς την ίδια εικόνα. Σπασμένα παράθυρα, καταρρεύσεις, επικίνδυνες προσόψεις, σκουριασμένες λαμαρίνες, δίχτυα που σαπίζουν μαζί με τα κτίρια. Μια πόλη που αντί να αναδεικνύει την ιστορία της, μοιάζει να την εγκαταλείπει.
Δεν ευθύνονται τα κτίρια. Ευθυνόμαστε εμείς.
Το πρόβλημα δεν είναι η αρχιτεκτονική κληρονομιά του 19ου και του 20ού αιώνα. Το πρόβλημα είναι ότι στον 21ο αιώνα δεν αποκτήσαμε ποτέ μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τη διαχείρισή της. Για χρόνια περιοριζόμαστε στην περιγραφή των δυσκολιών: πολυιδιοκτησία, υψηλό κόστος αποκατάστασης, γραφειοκρατία, αδυναμία των ιδιοκτητών. Όλα πραγματικά. Κανένα όμως δεν μπορεί πλέον να αποτελεί άλλοθι αδράνειας.
Το Ηράκλειο χρειάζεται επιτέλους μια ολοκληρωμένη δημοτική πολιτική για τα διατηρητέα. Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις, αλλά στρατηγική.
Και το εντυπωσιακό είναι ότι δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε την Αμερική. Η Ευρώπη έχει ήδη δώσει τις απαντήσεις.
Από τα πράσινα δίχτυα στις αρχιτεκτονικές μακέτες-Μια λύση που εφαρμόζεται ήδη στην Ευρώπη
Προφανώς και γενναία χρηματοδοτικά εργαλεία που θα δώσουν την ώθηση για την ανακατασκευή και συντήρηση των διατηρητέων κτιρίων της χώρας θα πρέπει να είναι ο κύριος στόχος.Ωστόσο μέχρι τότε;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα που θα μπορούσε να εξετάσει σοβαρά το Ηράκλειο αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις διαχειρίζονται οπτικά τα διατηρητέα κτίρια κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης ή όταν αυτά για διάφορους λόγους παραμένουν εγκλωβισμένα στην εγκατάλειψη.
Στο Παρίσι, στο Λονδίνο , στη Βιέννη αλλά και σε άλλες ιστορικές πόλεις, οι σκαλωσιές δεν καλύπτονται από τα γνωστά πράσινα ή λευκά δίχτυα που συναντάμε σχεδόν αποκλειστικά στην Ελλάδα. Αντίθετα, τοποθετείται υποχρεωτικά ένας ειδικός καμβάς μεγάλων διαστάσεων, πάνω στον οποίο αποτυπώνεται με απόλυτη ακρίβεια η αρχιτεκτονική όψη του ίδιου του κτιρίου. Πρόκειται για την τεχνική Trompe-l’œil, μια οπτική ψευδαίσθηση που δημιουργεί την εντύπωση ότι το κτίριο εξακολουθεί να βρίσκεται στη θέση του, χωρίς σκαλωσιές και προστατευτικά δίχτυα.
Στην πραγματικότητα, ο περαστικός δεν αντικρίζει ένα εργοτάξιο ή μια εικόνα εγκατάλειψης αλλά την ίδια την πρόσοψη του ιστορικού κτιρίου, όπως ήταν πριν από την ανακαίνιση ή όπως θα είναι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών. Η αισθητική του δρόμου διατηρείται, ο επισκέπτης δεν έρχεται αντιμέτωπος με εικόνες εγκατάλειψης και η ιστορική φυσιογνωμία της πόλης προστατεύεται ακόμη και κατά τη διάρκεια των έργων.
Το ακόμη πιο εντυπωσιακό όμως είναι ο τρόπος χρηματοδότησης αυτής της πρακτικής.
Στη Γαλλία, το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει ο καμβάς να χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο ζώνες. Το μεγαλύτερο τμήμα του αναπαριστά υποχρεωτικά την πραγματική πρόσοψη του διατηρητέου κτιρίου, ενώ το υπόλοιπο μπορεί να αξιοποιηθεί για διαφημιστική προβολή μεγάλων εταιρειών και διεθνών εμπορικών σημάτων. Έτσι, brands όπως η Dior, η Louis Vuitton, η Apple, η Samsung και άλλες πολυεθνικές μισθώνουν τον διαθέσιμο διαφημιστικό χώρο για όσο διάστημα διαρκούν οι εργασίες.
Τα ποσά που καταβάλλονται είναι ιδιαίτερα υψηλά, ειδικά όταν πρόκειται για κτίρια σε κεντρικούς εμπορικούς δρόμους ή εμβληματικά σημεία μεγάλης επισκεψιμότητας. Ωστόσο, τα έσοδα αυτά δεν αποτελούν κέρδος του ιδιοκτήτη ούτε του αναδόχου. Βάσει του γαλλικού μοντέλου, κατευθύνονται αποκλειστικά στη χρηματοδότηση των εργασιών αποκατάστασης του ίδιου του διατηρητέου κτιρίου. Αν μάλιστα προκύψει πλεόνασμα, αυτό φορολογείται υπέρ ειδικού ταμείου προστασίας των ιστορικών μνημείων.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένας μηχανισμός αυτοχρηματοδότησης. Η αγορά χρηματοδοτεί τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση για τον φορολογούμενο και χωρίς ο ιδιοκτήτης να επωμίζεται μόνος του το τεράστιο κόστος της αποκατάστασης ενω το κόστος κατασκευής του καμβά, το οποίο δεν είναι αμελητέο καλύπτεται 100% απο τους διαφημιζόμενους μαζί με την συντήρηση του ,για όσο χρόνο απαιτηθεί.
Αντίθετα, στην Ελλάδα το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει μια αντίστοιχη πρακτική. Η νομοθεσία αντιμετωπίζει τη σκαλωσιά αποκλειστικά ως μέτρο ασφαλείας. Ο ιδιοκτήτης υποχρεώνεται απλώς να τοποθετήσει ένα προστατευτικό δίχτυ συγκράτησης υλικών, χωρίς καμία πρόβλεψη για αρχιτεκτονική κάλυψη της πρόσοψης. Παράλληλα, η υπαίθρια εμπορική διαφήμιση πάνω σε σκαλωσιές και προστατευτικά δίχτυα απαγορεύεται, γεγονός που στερεί κάθε δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης των εργασιών.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Οι πόλεις γεμίζουν επί χρόνια με πράσινα δίχτυα, σκουριασμένες λαμαρίνες και πρόχειρες περιφράξεις, ενώ η αισθητική υποβαθμίζεται και οι ιδιοκτήτες εξακολουθούν να αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν τις απαιτούμενες παρεμβάσεις.
Ίσως έχει έρθει η στιγμή να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για το αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει, με αυστηρούς όρους και κανόνες, τη χρήση αρχιτεκτονικών καμβάδων και την αξιοποίηση μέρους της επιφάνειάς τους για διαφημιστική προβολή, ώστε τα ίδια τα έσοδα να επιστρέφουν αποκλειστικά στη διάσωση των διατηρητέων. Θα αποτελούσε μια λύση που όχι μόνο προστατεύει την εικόνα της πόλης αλλά δημιουργεί και έναν μόνιμο μηχανισμό χρηματοδότησης της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχουν λύσεις.
Υπάρχουν.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει πολιτική βούληση.
Ο Δήμος Ηρακλείου μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλία. Μπορεί να εξετάσει νομικά τη δημιουργία ενός νέου δημοτικού κανονιστικού πλαισίου για την αισθητική διαχείριση των διατηρητέων, να οργανώσει μητρώο όλων των εγκαταλελειμμένων ιστορικών κτιρίων, να ξεκινήσει από τα δημόσια και δημοτικά ακίνητα, να θεσπίσει κανόνες για τις προσωρινές καλύψεις των προσόψεων, να διεκδικήσει αλλαγές στη νομοθεσία για τη χρηματοδότηση μέσω ειδικών χορηγιών ή άλλων εργαλείων και να πρωτοστατήσει σε μια εθνική συζήτηση που σήμερα απουσιάζει.
Το Ηράκλειο υπήρξε πάντα μια πόλη με ισχυρή ιστορική ταυτότητα. Δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τα διατηρητέα ως βάρος. Είναι κεφάλαιο ανάπτυξης, τουρισμού, πολιτισμού και συλλογικής μνήμης.
Η περίφραξη του «Μίνως» ήταν μια καλή αρχή.
Τώρα όμως ήρθε η ώρα να πάψουμε να ¨μπαλώνουμε¨ τα προβλήματα και να αρχίσουμε επιτέλους να τα λύνουμε.