Ανάλυση: Το χρέος μειώνεται αλλά τι ακριβώς μειώνεται;

Δημοσιεύτηκε στις 19/08/2026 13:50

Ανάλυση: Το χρέος μειώνεται αλλά τι ακριβώς μειώνεται;
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η αποκλιμάκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι αναμφίβολα μια καλή είδηση.

Είναι, όμως, ολόκληρη η εικόνα αυτή που παρουσιάζει η κυβέρνηση; Ή πίσω από την εντυπωσιακή καμπύλη που δείχνει το χρέος να κατεβαίνει από τα επίπεδα της πανδημίας προς το 137% του ΑΕΠ, υπάρχουν ορισμένες εξίσου σημαντικές αλήθειες που δεν χωρούν στο κυβερνητικό γράφημα;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε την πρόωρη αποπληρωμή χρέους ύψους περίπου 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026 ως μία «εθνική επιτυχία», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα αφήνει πίσω της την αρνητική πρωτιά του πιο υπερχρεωμένου κράτους της Ευρώπης και παρουσιάζοντας σε ένα γράφημα την πορεία του χρέους της χώρας(κεντρική φωτογραφία).

Η ουσία της κυβερνητικής θέσης δεν είναι ψευδής. Είναι όμως επιλεκτική.Γιατί άλλο πράγμα είναι η εντυπωσιακή μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και άλλο η μείωση των πραγματικών δισεκατομμυρίων που χρωστά η χώρα. Και αυτή η διάκριση αλλάζει σημαντικά την εικόνα.

Η Ελλάδα πράγματι πέτυχε εντυπωσιακή αποκλιμάκωση

Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης βρισκόταν στα 360,1 δισ. ευρώ ή στο 143,5% του ΑΕΠ, έναντι 366,3 δισ. και 152,9% του ΑΕΠ ένα χρόνο νωρίτερα.

Η Ελλάδα εμφάνισε μέσα σε έναν χρόνο πτώση 9,4 ποσοστιαίων μονάδων, τη μεγαλύτερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.Αυτό είναι πραγματικό επίτευγμα.

Υπάρχει όμως μία πρώτη λεπτομέρεια: σήμερα η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 η Ελλάδα βρίσκεται στο 143,5% και η Ιταλία στο 138,9%.

Η απώλεια αυτής της αρνητικής πρωτιάς είναι συνεπώς πρόβλεψη για το τέλος του 2026 και όχι ήδη συντελεσμένο γεγονός. Οι νεότερες εκτιμήσεις του ελληνικού σχεδιασμού τοποθετούν πλέον το χρέος περίπου στο 137% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026, κάτι που, εφόσον επιβεβαιωθεί, μπορεί πράγματι να οδηγήσει την Ελλάδα κάτω από την Ιταλία.

Αυτό είναι σημαντικό. Αλλά χρειάζεται να δούμε τι ακριβώς κρύβεται πίσω από το ποσοστό.

Το μεγάλο «τρικ» του γραφήματος

Ο δείκτης που βλέπουμε είναι ένα κλάσμα:Δημόσιο Χρέος / Ονομαστικό ΑΕΠ.

Επομένως μπορεί να πέσει με δύο τρόπους.Να μειωθεί το χρέος ή να αυξηθεί το ονομαστικό ΑΕΠ.

Στην Ελλάδα έχουν συμβεί πλέον και τα δύο. Όχι όμως στον ίδιο βαθμό.Και εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αλήθεια που χάνεται μέσα στην πολιτική επικοινωνία.

Το δημόσιο χρέος ήταν περίπου 331 δισ. ευρώ το 2019. Στο τέλος του 2025 ήταν 362,9 δισ. και στο πρώτο τρίμηνο του 2026 περίπου 360,1 δισ. ευρώ.Άρα, σε σχέση με το 2019, το ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να χρωστά περίπου 29 δισ. ευρώ περισσότερα.

Την ίδια στιγμή, όμως, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει καταρρεύσει από περίπου 183% σε 143,5%. Πώς γίνεται;Διότι στο μεταξύ αυξήθηκε θεαματικά ο παρονομαστής: το ονομαστικό ΑΕΠ.

Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος το αναγνωρίζει ξεκάθαρα. Για το 2025 αναφέρει ότι η πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ από 154,2% σε 146,1% προήλθε τόσο από το “denominator effect”, δηλαδή το υψηλότερο ονομαστικό ΑΕΠ, όσο και από τη μείωση του επιπέδου του χρέους.

Αυτό δεν είναι λογιστική απάτη.Είναι όμως κάτι πολύ διαφορετικό από το να δημιουργείται η εντύπωση ότι η Ελλάδα «έσβησε» ένα τεράστιο κομμάτι των χρημάτων που χρωστά.

Ο πληθωρισμός ήταν σύμμαχος του χρέους

Το ΑΕΠ που βρίσκεται στον παρονομαστή του κλάσματος είναι ονομαστικό.Αυτό σημαίνει ότι αυξάνεται όχι μόνο επειδή παράγουμε περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες, αλλά και επειδή αυξάνονται οι τιμές τους.

Το 2025 η πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ήταν 2,1%. Για το 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8%, αλλά πληθωρισμό 3,7%. Με απλά λόγια, όταν οι τιμές αυξάνονται, αυξάνεται γρηγορότερα το ονομαστικό μέγεθος της οικονομίας και το υφιστάμενο χρέος εμφανίζεται μικρότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα:

Μια οικονομία έχει ΑΕΠ 200 δισ. και χρέος 360 δισ. Το χρέος της είναι 180% του ΑΕΠ.Εάν μετά από κάποια χρόνια το χρέος παραμείνει ακριβώς 360 δισ., αλλά το ονομαστικό ΑΕΠ αυξηθεί στα 260 δισ., ο λόγος πέφτει στο 138,5%. Δεν έχει αποπληρωθεί ούτε ένα ευρώ χρέους.

Και όμως ο δείκτης έχει υποχωρήσει περισσότερο από 40 ποσοστιαίες μονάδες.

Δεν είναι ακριβώς αυτό που συνέβη στην Ελλάδα, γιατί τα τελευταία χρόνια το χρέος μειώνεται πλέον και σε απόλυτες τιμές.

Δείχνει όμως γιατί δεν πρέπει να ταυτίζουμε τη θεαματική πτώση του ποσοστού με αντίστοιχη διαγραφή της πραγματικής οφειλής.

Το χρέος πλέον μειώνεται και σε ευρώ και αυτό πρέπει να πιστωθεί

Θα ήταν όμως εξίσου λάθος να περάσουμε στην αντίθετη υπερβολή και να ισχυριστούμε ότι «το χρέος δεν μειώνεται». Μειώνεται.

Από 366,3 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2025 έπεσε στα 360,1 δισ. στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Και η κυβέρνηση επιταχύνει αυτή τη διαδικασία με πρόωρες αποπληρωμές.

Η νέα κίνηση προβλέπει περίπου 13 δισ. ευρώ πρόωρων αποπληρωμών μέσα στο 2026, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για εξοικονόμηση περίπου 360 εκατ. ευρώ ετησίως σε τόκους. Αυτό είναι θετικό. Μειώνει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες, εξοικονομεί τόκους και ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές.

Αλλά και εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη διευκρίνιση.

Πρόωρη αποπληρωμή 13 δισ. δεν σημαίνει αυτομάτως 13 δισ. λιγότερο συνολικό χρέος

Το Δημόσιο δεν λειτουργεί όπως ένα νοικοκυριό που παίρνει 13 δισ. από ένα συρτάρι, τα δίνει στον πιστωτή και μειώνει ισόποσα το καθαρό του χρέος.

Το κράτος ταυτόχρονα αποπληρώνει παλαιό χρέος, εκδίδει νέο, χρησιμοποιεί μέρος των ταμειακών του διαθεσίμων και αναδιαρθρώνει το προφίλ των υποχρεώσεών του.Και εδώ υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Στο τέλος του 2025 τα ταμειακά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης είχαν αυξηθεί περίπου στα 40 δισ. ευρώ από 36 δισ. Η Τράπεζα της Ελλάδος μάλιστα σημειώνει ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση του 2025 δεν χρησιμοποιήθηκε τότε για αποπληρωμή χρέους αλλά συσσωρεύτηκε στα ταμειακά διαθέσιμα.

Εάν λοιπόν χρησιμοποιήσεις 10 δισ. από τα διαθέσιμά σου για να αποπληρώσεις 10 δισ. χρέους, το ακαθάριστο χρέος μειώνεται κατά 10 δισ., αλλά ταυτόχρονα μειώνονται κατά 10 δισ. και τα χρηματοοικονομικά σου διαθέσιμα.

Η καθαρή χρηματοοικονομική θέση δεν βελτιώνεται εκείνη τη στιγμή κατά ολόκληρα 10 δισ.

Το πραγματικό όφελος βρίσκεται στην εξοικονόμηση των μελλοντικών τόκων, στη μείωση των μελλοντικών λήξεων και στην ενίσχυση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας.

Και αυτό είναι σημαντικό. Απλώς είναι διαφορετικό από το πολιτικά πολύ πιο εύπεπτο «ξεχρεώσαμε 13 δισ.».

Το μεγάλο πλεονέκτημα που πράγματι έχει σήμερα η Ελλάδα

Το ελληνικό χρέος είναι τεράστιο, αλλά η διάρθρωσή του είναι εξαιρετικά ευνοϊκή.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους βρισκόταν στις αρχές του 2026 περίπου στα 18,4 χρόνια, ενώ το πραγματικό κόστος εξυπηρέτησής του, με βάση τις ετήσιες πληρωμές τόκων μετά τα swaps, ήταν περίπου 1,38%.

Αυτό είναι τεράστιο πλεονέκτημα.

Μια χώρα που χρωστά 360 δισ. αλλά έχει κλειδωμένα για πολλά χρόνια χαμηλά επιτόκια και πολύ μεγάλες διάρκειες βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική θέση από μία χώρα που πρέπει κάθε λίγα χρόνια να αναχρηματοδοτεί τεράστιο μέρος του χρέους της με επιτόκια αγοράς.

Γι’ αυτό και η Ελλάδα του 2026, παρά το πολύ υψηλό χρέος, δεν είναι η Ελλάδα του 2009.

Αυτή είναι μια ουσιαστική κατάκτηση που πρέπει να αναγνωρίζεται.

Τι θα συμβεί όμως εάν πέσει ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη;

Δεν είναι σωστό να υποστηρίξει κανείς ότι μόλις πέσει ο πληθωρισμός, το ελληνικό χρέος θα εκτιναχθεί αυτομάτως. Η εξίσωση είναι πιο σύνθετη.

Το κρίσιμο είναι η σχέση ανάμεσα στην ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας, το πραγματικό κόστος του χρέους και το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

Αν η Ελλάδα έχει πραγματική ανάπτυξη 1,5%-2%, πληθωρισμό περίπου 2%, άρα ονομαστική μεγέθυνση 3,5%-4%, διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα και εξυπηρετεί το μεγαλύτερο μέρος του παλαιού χρέους με πολύ χαμηλό μέσο επιτόκιο, ο λόγος χρέους/ΑΕΠ μπορεί να εξακολουθεί να μειώνεται.

Το επικίνδυνο σενάριο είναι διαφορετικό. Χαμηλή ή αρνητική πραγματική ανάπτυξη, πολύ χαμηλός πληθωρισμός ή αποπληθωρισμός, υψηλότερα επιτόκια αναχρηματοδότησης και ταυτόχρονη απώλεια των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Τότε η εξίσωση αντιστρέφεται. Και ένας αριθμητής της τάξης των 350-360 δισ. μπορεί ξανά να γίνει εξαιρετικά βαρύς απέναντι σε μια οικονομία που δεν μεγαλώνει αρκετά.

Η πραγματική δοκιμασία δεν είναι σήμερα ,είναι η επόμενη δεκαετία

Η σημερινή βιωσιμότητα του χρέους προστατεύεται από το εξαιρετικά ευνοϊκό προφίλ των δανείων των προηγούμενων ετών, τις μεγάλες διάρκειες, τα σταθερά επιτόκια και το μεγάλο ταμειακό απόθεμα.

Όσο περνούν όμως τα χρόνια, ένα μεγαλύτερο μέρος αυτού του εξαιρετικά φθηνού χρέους θα αντικαθίσταται σταδιακά από χρηματοδότηση με όρους αγοράς. Και εκεί θα δοκιμαστεί πραγματικά η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Γιατί άλλο να εξυπηρετείς ένα χαρτοφυλάκιο με πραγματικό μέσο κόστος κοντά στο 1,4% και άλλο να χρειάζεται σταδιακά να το αντικαθιστάς με χρηματοδότηση σε πολύ υψηλότερα επιτόκια.

Το πλεονέκτημα των πολύ μεγάλων λήξεων σημαίνει ότι αυτή η πίεση δεν εμφανίζεται απότομα.

Αλλά δεν εξαφανίζεται. Μετατίθεται στο μέλλον.

Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο κατανάλωση αλλά υπάρχει ένα μεγάλο «αλλά»

Θα ήταν υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι η ελληνική ανάπτυξη στηρίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι η ανάπτυξη 2,1% του 2025 στηρίχθηκε σε επενδύσεις, ιδιωτική κατανάλωση και καθαρές εξαγωγές.

Υπάρχει όμως ένα μεγάλο ζήτημα βιωσιμότητας. Η ίδια η Επιτροπή αναφέρει ότι οι επενδύσεις του 2026 υποστηρίζονται από ρεκόρ εισροής ευρωπαϊκών πόρων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ προβλέπει ότι το 2027, καθώς το RRF ολοκληρώνεται, η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί περαιτέρω στο 1,6%.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ερώτημα για την επόμενη ημέρα.

Όχι εάν γίνονται σήμερα επενδύσεις. Γίνονται.Αλλά εάν η ελληνική οικονομία θα μπορεί να παράγει αντίστοιχους ρυθμούς επενδύσεων, παραγωγικότητας και ανάπτυξης όταν τελειώσει η έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική ώθηση.

Εκεί θα φανεί εάν αλλάξαμε πραγματικά παραγωγικό μοντέλο ή απλώς αξιοποιήσαμε μια εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία.

Το έλλειμμα που δεν εμφανίζεται στο κυβερνητικό γράφημα

Υπάρχει άλλος ένας αριθμός που αξίζει να βρίσκεται δίπλα στο διάγραμμα του δημόσιου χρέους: Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει:

-6,0% του ΑΕΠ το 2025,

-7,1% το 2026,

-6,1% το 2027

Πρόκειται για πολύ μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα. Και αυτό δείχνει ότι παρά την αύξηση των επενδύσεων και την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται πολύ μεγάλες εισαγωγές αγαθών, ενέργειας, εξοπλισμού και ενδιάμεσων προϊόντων.

Με άλλα λόγια, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι έχει λυθεί το βαθύτερο παραγωγικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.

Ο πληθωρισμός βοήθησε το κράτος και με δεύτερο τρόπο

Όταν οι τιμές αυξάνονται, δεν αυξάνεται μόνο το ονομαστικό ΑΕΠ. Αυξάνονται και οι ονομαστικές φορολογικές εισπράξεις.

Ένα προϊόν που κόστιζε 100 ευρώ και τώρα κοστίζει 120 παράγει, με τον ίδιο συντελεστή, περισσότερα ευρώ ΦΠΑ για το Δημόσιο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αύξηση των κρατικών εσόδων οφείλεται μόνο στον πληθωρισμό. Η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής έχουν επίσης συμβάλει.

Σημαίνει όμως ότι η ισχυρή αύξηση των ονομαστικών φορολογικών εσόδων πρέπει να εξετάζεται και μέσα στο περιβάλλον υψηλότερων τιμών.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι πραγματικό επίτευγμα

Το 2025 η χώρα εμφάνισε συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι θα παραμείνει σε πλεονασματική θέση και το 2026 και το 2027. Αυτό δεν είναι στατιστικό τέχνασμα.

Για μία χώρα με τόσο μεγάλο δημόσιο χρέος, η δυνατότητα παραγωγής πρωτογενών πλεονασμάτων είναι καθοριστικής σημασίας για τη μακροχρόνια αποκλιμάκωσή του.

Η πολιτική συζήτηση, όμως, δεν σταματά εκεί. Διότι υπάρχει και το διπλό ερώτημα : με ποιο φορολογικό και κοινωνικό μείγμα παράγονται αυτά τα πλεονάσματα; Ποιος επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος και κατά πόσο η δημοσιονομική επιτυχία μεταφράζεται σε αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών;

Η ανάγνωση της πραγματικής εικόνας

Τελικά, η εικόνα δεν είναι ούτε αυτή μιας οικονομίας που βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας κρίσης χρέους ούτε όμως και εκείνη ενός οικονομικού θαύματος που έχει εξαφανίσει τις παλιές παθογένειες.

Η Ελλάδα έχει πετύχει κάτι σημαντικό. Μειώνει με πολύ μεγάλη ταχύτητα το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Παράγει ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Έχει αρχίσει να μειώνει το χρέος και σε απόλυτα ευρώ. Διαθέτει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό προφίλ αποπληρωμών. Προχωρά σε πρόωρες εξοφλήσεις που εξοικονομούν τόκους. Και έχει ανακτήσει ένα σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας που έχασε στη δεκαετή κρίση.

Όλα αυτά πρέπει να πιστωθούν. Υπάρχει όμως και η άλλη μισή αλήθεια.

Το ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να χρωστά περίπου 360 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό παραμένει περίπου 29 δισ. υψηλότερο από το 2019, παρότι ως ποσοστό του ΑΕΠ ο δείκτης έχει καταρρεύσει.

Μεγάλο μέρος αυτής της θεαματικής αποκλιμάκωσης προήλθε από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την οποία ενίσχυσε και ο πληθωρισμός.

Οι ευρωπαϊκοί πόροι εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στις επενδύσεις. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ανησυχητικά μεγάλο.

Και η πραγματική δοκιμασία θα έρθει όταν η οικονομία θα πρέπει να διατηρήσει υψηλή ανάπτυξη χωρίς την έκτακτη ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης και, μακροπρόθεσμα, όταν μεγαλύτερο μέρος του σημερινού εξαιρετικά φθηνού χρέους θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί με όρους αγοράς.

Γι’ αυτό το κυβερνητικό γράφημα λέει μια αλήθεια. Δεν λέει όμως ολόκληρη την αλήθεια.

Η πραγματική εθνική επιτυχία δεν θα είναι απλώς να κατεβάσουμε έναν δείκτη από το 180% στο 137% ή αργότερα κάτω από το 110%.

Θα είναι να δημιουργήσουμε μια οικονομία που μεγαλώνει επειδή παράγει περισσότερο και καλύτερα, αυξάνει διαρκώς την παραγωγικότητά της, επενδύει χωρίς να εξαρτάται από έκτακτες κοινοτικές ενέσεις, εξάγει περισσότερα από όσα εισάγει και μπορεί να μειώνει το χρέος της όχι επειδή ανεβαίνουν οι τιμές και μεγαλώνει ο παρονομαστής, αλλά επειδή αυξάνεται πραγματικά και διατηρήσιμα ο πλούτος που παράγει.

Μόνο τότε θα μπορούμε πράγματι να πούμε ότι σπάσαμε την αλυσίδα του χρέους. Μέχρι τότε, έχουμε κάνει σημαντική πρόοδο. Αλλά η απόσταση ανάμεσα στην πρόοδο και στην οριστική λύση είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που χωρά σε ένα κυβερνητικό γράφημα.


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook