Νερό και ιδιωτικά συμφέροντα: Τα ερωτήματα που γεννά η επέκταση της ΕΥΔΑΠ και η συμμετοχή της ΤΕΡΝΑ

Υπάρχουν νομοσχέδια που, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους, γεννούν εύλογους προβληματισμούς ήδη από τη χρονική στιγμή που επιλέγεται να κατατεθούν.
Όταν μάλιστα αφορούν τη διαχείριση ενός δημόσιου αγαθού όπως το νερό, την περιουσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και μια εισηγμένη εταιρεία της οποίας η αξία επηρεάζεται άμεσα από τις κυβερνητικές αποφάσεις, τότε η δημόσια συζήτηση οφείλει να είναι ουσιαστική και εξαντλητική. Αντί γι’ αυτό, ένα ακόμη κρίσιμο νομοσχέδιο κατατίθεται μέσα στο κατακαλόκαιρο, σε μια περίοδο όπου η πολιτική επικαιρότητα υποχωρεί και η κοινωνία παρακολουθεί λιγότερο τις εξελίξεις. Και αυτό από μόνο του δημιουργεί την ανάγκη για ακόμη μεγαλύτερο έλεγχο και ακόμη περισσότερα ερωτήματα.
Το νομοσχέδιο και η επέκταση της ΕΥΔΑΠ
Στις 21 Ιουλίου κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην ΕΥΔΑΠ, καθώς μέρος του μετοχικού της κεφαλαίου έχει ήδη αποκτηθεί από τον κατασκευαστικό όμιλο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, του οποίου πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο Γιώργος Περιστέρης.
Στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας συμμετέχει ως εκτελεστικό μέλος ο Μιχαήλ Γουρζής, ο οποίος είναι πεθερός του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη.
Με το νέο σχέδιο νόμου, στην ΕΥΔΑΠ μεταφέρεται η αρμοδιότητα ύδρευσης της Βοιωτίας, της Εύβοιας και της Φωκίδας, καθώς και δεκαέξι δήμων της Αττικής με συνολικά σαράντα δημοτικές ενότητες.
Στην Αττική υπάρχουν περιοχές, όπως η Κηφισιά, όπου λειτουργούν περισσότερα του ενός συστήματα ύδρευσης. Συγκεκριμένα συνυπάρχουν το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, η δημοτική υπηρεσία ύδρευσης Νέας Ερυθραίας, η εταιρεία ύδρευσης Εκάλης και το ιδιωτικό δίκτυο του συνεταιρισμού βουλευτών Πολιτεία.
Με το νομοσχέδιο, τα πάγια περιουσιακά στοιχεία των δημοτικών υπηρεσιών ύδρευσης των συγκεκριμένων περιοχών της Αττικής, αλλά και των αντίστοιχων υπηρεσιών σε Βοιωτία, Εύβοια και Φωκίδα, μεταφέρονται στην ΕΥΔΑΠ. Μαζί με αυτά μεταφέρεται και η εξυπηρέτηση εκατοντάδων χιλιάδων καταναλωτών, οι οποίοι εντάσσονται πλέον στο πελατολόγιό της.
Το Δημόσιο αναλαμβάνει τα χρέη
Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης ότι το Δημόσιο θα καλύψει τουλάχιστον το 75% των χρεών των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε αυτά να μην επιβαρύνουν τον ισολογισμό της ΕΥΔΑΠ.
Για τις περιοχές της Βοιωτίας, της Φωκίδας, της Εύβοιας και των περιοχών της Αττικής που εντάσσονται στο νέο σχήμα, το Δημόσιο αναλαμβάνει τουλάχιστον 34,5 εκατομμύρια ευρώ από συνολικές οφειλές 40,6 εκατομμυρίων ευρώ.
Η συμμετοχή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και τα ερωτήματα
Η κυβέρνηση, η οποία με τον νόμο αυτό αυξάνει την αξία και τα έσοδα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ΕΥΔΑΠ, διατείνεται ότι δεν κινδυνεύει να ιδιωτικοποιηθεί το νερό. Αυτό που δεν απαντά, όμως, είναι αν κινδυνεύει να ιδιωτικοποιηθεί η ίδια η ΕΥΔΑΠ.
Στις 3 Μαρτίου 2026 η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ανακοίνωσε την απόκτηση ποσοστού 9,71% στην ΕΥΔΑΠ μέσω της εταιρείας Urban Services. Στις 19 Μαρτίου 2026 ακολούθησε και δεύτερο πακέτο αγοράς, επίσης μέσω της Urban Services, το οποίο ανέβασε το μερίδιο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στην ΕΥΔΑΠ στο 12,76%. Επισήμως μέχρι σήμερα αυτή είναι η συμμετοχή της εταιρείας.
Ωστόσο, δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι το ποσοστό αυτό αυξάνεται. Τις πληροφορίες αυτές ενισχύουν και οι ανακοινώσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης ,τον Μάιο,σύμφωνα με τις οποίες η μετοχική παρουσία της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στην ΕΥΔΑΠ συνεχώς αυξάνεται, κάνοντας λόγο για ποσοστό της τάξης του 17%. Μάλιστα συνδέουν τη συμμετοχή του κατασκευαστικού ομίλου στην ΕΥΔΑΠ με έργα υποδομών που πρόκειται να γίνουν, επισημαίνοντας ότι το ειδικό αποθεματικό της ΕΥΔΑΠ, ύψους 352 εκατομμυρίων ευρώ, δεν αποτελεί ιδιωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο προς αξιοποίηση από τους μετόχους.
Οι αυξήσεις στα πάγια και η πολιτική διάσταση
Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που τα πάγια της ΕΥΔΑΠ έχουν αυξηθεί κατά 200%, καθώς η αύξηση του παγίου ύδρευσης κατά 1 ευρώ τον μήνα και η καθιέρωση παγίου αποχέτευσης οδηγούν τη συνολική πάγια επιβάρυνση από 1 σε 3 ευρώ τον μήνα. Έτσι, στον τριμηνιαίο λογαριασμό το πάγιο ανέρχεται πλέον στα 9 ευρώ αντί για 3 ευρώ.
Εδώ λοιπόν διαμορφώνεται ένα συγκεκριμένο πολιτικό ερώτημα. Μία εταιρεία όπως η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, που συνδέεται με μέλος της κυβέρνησης, αποκτά σημαντικό ποσοστό στην ΕΥΔΑΠ σε μια περίοδο κατά την οποία τα τιμολόγια αυξάνονται και μαζί αυξάνονται και τα έσοδα της εταιρείας. Παράλληλα, η κυβέρνηση νομοθετεί ώστε η ΕΥΔΑΠ να αποκτήσει περισσότερα περιουσιακά στοιχεία και περισσότερους πελάτες, δηλαδή μεγαλύτερη αξία, λίγους μόλις μήνες μετά την είσοδο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στην εταιρεία ύδρευσης.
Αυτό που εύλογα προκαλεί πολιτική συζήτηση είναι η χρονική αλληλουχία των εξελίξεων. Μέσα σε λίγους μήνες από την είσοδο ενός μεγάλου ιδιωτικού ομίλου στην ΕΥΔΑΠ, η εταιρεία αποκτά μέσω νομοθετικής παρέμβασης περισσότερα περιουσιακά στοιχεία, περισσότερους καταναλωτές, μεγαλύτερο κύκλο εργασιών και, κατά συνέπεια, αυξημένη οικονομική αξία. Παράλληλα, σημαντικό μέρος των υφιστάμενων χρεών αναλαμβάνεται από το Δημόσιο.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν όλα αυτά είναι νόμιμα. Το ερώτημα είναι αν αποτελούν πολιτικά ορθή επιλογή και αν δημιουργούν ή όχι την εικόνα ότι κυβερνητικές αποφάσεις καταλήγουν να αυξάνουν την αξία μιας εισηγμένης εταιρείας στην οποία έχουν ήδη τοποθετηθεί ιδιώτες επενδυτές.
Σε οποιαδήποτε ώριμη δημοκρατία, μια τέτοια αλληλουχία γεγονότων θα αποτελούσε αντικείμενο εντατικού κοινοβουλευτικού και δημοσίου ελέγχου. Στην Ελλάδα αντίθετα, το θέμα πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις στον δημόσιο διάλογο.
Μετά την εμπειρία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπου ο ανταγωνισμός και οι ιδιώτες πάροχοι δεν οδήγησαν στις προσδοκώμενες μειώσεις για τους καταναλωτές, είναι απολύτως λογικό να υπάρχουν ανησυχίες και για το μέλλον της ΕΥΔΑΠ. Το αν αυτές οι ανησυχίες θα επιβεβαιωθούν, είναι κάτι που θα κριθεί τα επόμενα χρόνια.
Εκείνο όμως που ήδη κρίνεται είναι η πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να ενισχύσει την οικονομική και επιχειρησιακή θέση της δημόσιας(μέχρι πότε;) εταιρείας σε μια χρονική συγκυρία που η ιδιωτική μετοχική της σύνθεση μεταβάλλεται σημαντικά. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορους τους πολίτες. Γιατί αν σήμερα αυτό αφορά την Αττική και περιοχές της κεντρικής Ελλάδας ,σύντομα μπορεί να αφορά και στην Κρήτη ή οπουδήποτε αλλού.