Το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. στη δοκιμασία των αριθμών: 7,39 δισ., 13 δισ. ή κάτι ανάμεσα;

Δημοσιεύτηκε στις 03/09/2026 09:19

Το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. στη δοκιμασία των αριθμών: 7,39 δισ., 13 δισ. ή κάτι ανάμεσα;
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ που παρουσίασε χθες ο Αλέξης Τσίπρας από τη Θεσσαλονίκη, έχει ήδη εγκλωβιστεί σε δύο εύκολες βεβαιότητες.

Από τη μία, η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως επιστροφή στις ακάλυπτες υποσχέσεις, ανεβάζοντας τον λογαριασμό περίπου στα 13 δισ. ευρώ ετησίως. Από την άλλη, η ΕΛ.Α.Σ. επιμένει ότι το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων της περιορίζεται στα 7,39 δισ. ευρώ και ότι μπορεί να καλυφθεί χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Η αλήθεια, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν επιτρέπει ούτε την άκριτη υιοθέτηση της κυβερνητικής κοστολόγησης ούτε την αποδοχή της αντιπολιτευτικής διαβεβαίωσης ως επαρκούς απόδειξης. Το πρόγραμμα διαθέτει σαφή πολιτική και οικονομική λογική: μεταφέρει βάρος από την κατανάλωση και την εργασία προς τα υψηλά κέρδη και τον πλούτο, ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα, επιχειρεί να στηρίξει δημόσια υγεία και παιδεία, παρεμβαίνει στη στεγαστική κρίση και αναζητεί νέο επενδυτικό μηχανισμό για την εποχή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Εκείνο που δεν διαθέτει ακόμη είναι ένας πλήρης, ενιαίος και ανεξάρτητα ελεγμένος δημοσιονομικός πίνακας.

Όλα τα ποσά δεν είναι “ετήσιο κόστος”

Το υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι μόνο όσα μέτρα μπόρεσε να ποσοτικοποιήσει προσεγγίζουν τα 13 δισ. ευρώ τον χρόνο, αφήνοντας μάλιστα εκτός άλλες εξαγγελίες λόγω ανεπαρκών λεπτομερειών. Ωστόσο, μέσα στην ίδια πρόσθεση συνυπάρχουν διαφορετικές οικονομικές κατηγορίες: μόνιμες δημοσιονομικές δαπάνες, εφάπαξ ταμειακές επιβαρύνσεις, επενδυτικές δαπάνες, φορολογικές απώλειες και χρηματοδοτικά εργαλεία.

Η διάκριση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Η μείωση της προκαταβολής φόρου των νομικών προσώπων κοστολογείται από το ΥΠΟΙΚ στα 2,1 δισ. ευρώ και η κατάργηση της προκαταβολής στις ατομικές επιχειρήσεις στα 800 εκατ. ευρώ. Το ίδιο το υπουργείο τα χαρακτηρίζει εφάπαξ κόστη. Συνεπώς, τα 2,9 δισ. ευρώ δεν μπορούν να εμφανίζονται ταυτόχρονα ως επαναλαμβανόμενη τρύπα σε κάθε έτος της τετραετίας. Αυτό αποδυναμώνει ουσιαστικά τον ισχυρισμό περί “13 δισ. κάθε χρόνο”.

Δεν ακυρώνει, όμως, τη συνολική ένσταση. Οι αυξήσεις σε γιατρούς και νοσηλευτές, οι αυξήσεις και οι προσλήψεις εκπαιδευτικών, οι υποτροφίες, η διεύρυνση της φορολογικής έκπτωσης για οικογένειες με παιδιά και η μείωση του ΦΠΑ δημιουργούν επαναλαμβανόμενες επιπτώσεις. Για αυτές η ΕΛ.Α.Σ. οφείλει να απαντήσει γραμμή προς γραμμή και όχι με έναν συνολικό αριθμό.

Ο πίνακας που λείπει από τη δημόσια συζήτηση

Η σύγκρουση των δύο κοστολογήσεων μπορεί να λυθεί μόνο αν δημοσιοποιηθεί για κάθε μέτρο το μικτό κόστος, το αναμενόμενο έσοδο, το καθαρό κόστος, το έτος εφαρμογής, ο μόνιμος ή εφάπαξ χαρακτήρας του και η επίπτωσή του στον ευρωπαϊκό δείκτη καθαρών δαπανών. Χωρίς αυτόν τον πίνακα, τα 7,39 δισ. και τα 13 δισ. παραμένουν περισσότερο πολιτικά όπλα παρά συγκρίσιμα δημοσιονομικά μεγέθη.

Η κυβέρνηση δεν έχει αποδείξει ότι το πρόγραμμα δημιουργεί ετήσια επιβάρυνση 13 δισ. ευρώ, επειδή προσθέτει ανόμοια μεγέθη. Η ΕΛ.Α.Σ., όμως, δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι όλες οι υποσχέσεις της χωρούν πράγματι στα 7,39 δισ. ευρώ. Η αντικειμενική θέση βρίσκεται ανάμεσα στις δύο βεβαιότητες: υπάρχει υπερβολή στη μία πλευρά και ανεπαρκής τεκμηρίωση στην άλλη.

Το δυσκολότερο εμπόδιο είναι ο ευρωπαϊκός κανόνας δαπανών

Το ισχυρότερο κυβερνητικό επιχείρημα δεν είναι το επικοινωνιακό “πού θα βρείτε τα λεφτά”, αλλά το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί σε συγκεκριμένη πορεία αύξησης των καθαρών δαπανών: 3,7% το 2025, 3,6% το 2026, 3,1% το 2027 και 3% το 2028. Άρα δεν αρκεί να υπάρχουν ταμειακά διαθέσιμα ή νέες πηγές εσόδων. Κάθε μόνιμη αύξηση μισθών στο Δημόσιο, κάθε πρόσληψη και κάθε νέα παροχή πρέπει να χωρά στο επιτρεπόμενο μονοπάτι.

Εδώ βρίσκεται το κρισιμότερο τεχνικό κενό του προγράμματος. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να εξηγήσει όχι μόνο πώς χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις της, αλλά και πώς η συνολική αύξηση των καθαρών δαπανών συμβιβάζεται με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Έσοδα και δαπάνες δεν συμψηφίζονται πάντοτε με τον απλό τρόπο που υπονοεί μια πολιτική ομιλία.

Δημοσιονομικός χώρος υπάρχει ,η σύγκρουση είναι για την κατανομή του

Η Ελλάδα του 2026 δεν βρίσκεται στη δημοσιονομική κατάσταση του 2015. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και 0,6% το 2027, ενώ αναμένει περαιτέρω υποχώρηση του δημόσιου χρέους. Παράλληλα, έχει ήδη ενσωματώσει στις προβλέψεις της επεκτατικά κυβερνητικά μέτρα μόνιμου κόστους περίπου 0,8% του ΑΕΠ από το 2027.

Αυτό αποκαλύπτει την πολιτική ουσία της συζήτησης. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι “πειθαρχία ή κοινωνική πολιτική”. Δημοσιονομικός χώρος υπάρχει, αλλά δεν είναι απεριόριστος. Η διαφωνία αφορά ποιος τον αξιοποιεί, σε ποια έκταση και υπέρ ποιων κοινωνικών ομάδων. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να χαρακτηρίζει συλλήβδην ανεύθυνη κάθε διαφορετική κατανομή, όταν και η ίδια χρησιμοποιεί τον διαθέσιμο χώρο για μειώσεις φόρων, αυξήσεις αποδοχών και συντάξεων και διανομή κάθε λογής επιδομάτων(pass). Η ΕΛ.Α.Σ., από την άλλη, πρέπει να αποδείξει ότι οι δικές της προτεραιότητες δεν υπερβαίνουν το όριο.

ΦΠΑ 6%: κοινωνικά ελκυστικό μέτρο με αβέβαιο τελικό όφελος

Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά είναι μία από τις πιο άμεσα κατανοητές παρεμβάσεις. Το ΥΠΟΙΚ την κοστολογεί περίπου στα 1,8 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Το ακόμη σημαντικότερο ζήτημα είναι πόσο από τη φορολογική ελάφρυνση θα φτάσει πράγματι στο ράφι.

Μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος έχει δείξει ότι η βραχυπρόθεσμη μετακύλιση μιας μείωσης ΦΠΑ στις τελικές τιμές μπορεί να περιοριστεί στο 19%-25%, ιδίως σε αγορές με ανεπαρκή ανταγωνισμό. Η ΕΛ.Α.Σ. αναγνωρίζει το πρόβλημα και συνδέει το μέτρο με ψηφιακό παρατηρητήριο τιμών ανά προϊόν, ανώτατα περιθώρια κέρδους και ισχυρότερη παρέμβαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Αυτή είναι σοβαρότερη προσέγγιση από μια απλή μείωση φόρου. Παραμένει, όμως, ανοικτό αν οι μηχανισμοί ελέγχου μπορούν να εγγυηθούν ότι το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους θα καταλήξει στον καταναλωτή και όχι στα περιθώρια κέρδους.

Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ: εφικτός στόχος, όχι χωρίς προϋποθέσεις

Η πρόταση για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ μέσα στο 2027 και μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης 1.800 ευρώ στο τέλος της τετραετίας δεν είναι εκτός οικονομικής πραγματικότητας. Ο ΟΟΣΑ έχει ήδη εξετάσει αύξηση του ελληνικού κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ το 2027 και έχει επισημάνει ότι μια τέτοια μεταβολή μπορεί να ενισχύσει συνολικά τους μισθούς και να λειτουργήσει ως πίεση για βελτίωση της παραγωγικότητας.

Οι κίνδυνοι, ωστόσο, είναι υπαρκτοί για εργαζομένους χαμηλής ειδίκευσης και για μικρές επιχειρήσεις με στενά περιθώρια, ιδιαίτερα όσο η παραγωγικότητα παραμένει αδύναμη. Χρειάζεται επομένως συνδυασμός μείωσης μη μισθολογικού κόστους, πρόσβασης σε χρηματοδότηση, επενδύσεων στην τεχνολογία και κατάρτισης. Χωρίς παραγωγική στήριξη, ένα τμήμα της αύξησης μπορεί να επιστρέψει ως υψηλότερες τιμές, αδήλωτη εργασία ή απώλεια θέσεων απασχόλησης.

Τράπεζες: θεμιτή η πρόσθετη φορολόγηση

Η υψηλή κερδοφορία των τραπεζών δημιουργεί εύλογο πεδίο για συζήτηση περί μεγαλύτερης συνεισφοράς. Οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι εμφάνισαν το 2025 κέρδη μετά φόρων 4,7 δισ. ευρώ, ενώ οι οριστικές αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εξακολουθούσαν να αντιστοιχούν σε πολύ υψηλό ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων τους.

Η πολιτική κριτική είναι ισχυρότερη όταν είναι ακριβής. Η φράση ότι οι συστημικές τράπεζες “δεν πληρώνουν ούτε ευρώ φόρο” δεν αποδίδει τη σύνθετη πραγματικότητα και επιτρέπει εύκολη κυβερνητική αντεπίθεση. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η έκτακτη κερδοφορία, τα υψηλά καθαρά έσοδα από τόκους και η κληρονομημένη φορολογική προστασία δικαιολογούν στοχευμένη, νομικά ανθεκτική και χρονικά οριοθετημένη πρόσθετη επιβάρυνση.

Οι 50.000 κατοικίες και η παγίδα της απλουστευμένης αριθμητικής

Για το σχέδιο κατασκευής ή εξασφάλισης 50.000 κατοικιών, η κυβερνητική κοστολόγηση φτάνει περίπου στα 6 δισ. ευρώ, δηλαδή 1,5 δισ. ετησίως στην τετραετία, με βάση μια πλήρως δημόσια κατασκευή κατοικιών 80 τετραγωνικών μέτρων και κόστος 1.500 ευρώ ανά τετραγωνικό. Η αριθμητική στέκει μόνο εφόσον το Δημόσιο αναλάβει ολόκληρη την κατασκευή και το σύνολο της χρηματοδότησης.

Αν το πρόγραμμα περιλαμβάνει αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, ανακαίνιση κενών κτιρίων, κοινωνική αντιπαροχή, συμπράξεις, χαμηλότοκα δάνεια ή επιστρεπτέα κεφάλαια, τότε η δημοσιονομική επιβάρυνση μπορεί να είναι αισθητά μικρότερη. Συνεπώς, εδώ δεν υπάρχει ακόμη διαφωνία πάνω στην αριθμητική, αλλά πάνω σε ένα χρηματοδοτικό μοντέλο που δεν έχει παρουσιαστεί με την αναγκαία ακρίβεια.

Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης: ίσως η σημαντικότερη ιδέα, αλλά όχι “δωρεάν χρήμα”

Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης αφήνει ένα πραγματικό αναπτυξιακό κενό. Η προβλεπόμενη επιβράδυνση της οικονομίας καθιστά εύλογη την πρόταση για έναν εθνικό μηχανισμό που θα κινητοποιήσει επενδύσεις και θα κατευθύνει κεφάλαια σε παραγωγικούς τομείς. Υπό αυτή την έννοια, το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης μπορεί να αποδειχθεί η πιο στρατηγική ιδέα του προγράμματος.

Τα δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, όμως, δεν είναι δημοσιονομικά έσοδα. Είναι χρηματοδότηση που δημιουργεί υποχρεώσεις και, ανάλογα με τη δομή του φορέα και τον τρόπο διάθεσης των πόρων, μπορεί να επηρεάζει τον κανόνα δαπανών και τους λογαριασμούς της Γενικής Κυβέρνησης. Το Ταμείο χρειάζεται επομένως πλήρη χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική: κεφάλαια, μόχλευση, εγγυήσεις, κατανομή κινδύνου, επιστροφές, περίμετρο δικαιούχων και λογιστική μεταχείριση.

Η βαθύτερη αδυναμία: ζήτηση χωρίς αρκετή παραγωγή

Το μεγαλύτερο οικονομικό ρίσκο δεν βρίσκεται σε ένα μεμονωμένο μέτρο. Βρίσκεται στη φιλοδοξία να συνυπάρξουν ταυτόχρονα πολύ μεγάλη ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης και πολύ μεγάλη παραγωγική μεταμόρφωση. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, με προβλέψεις 7,1% του ΑΕΠ το 2026 και 6,1% το 2027.

Εάν μισθοί, επιδόματα και διαθέσιμο εισόδημα αυξηθούν ταχύτερα από την εγχώρια παραγωγική ικανότητα, σημαντικό μέρος της νέας ζήτησης θα διοχετευθεί σε εισαγωγές. Τότε ένα κοινωνικά γενναιόδωρο πρόγραμμα μπορεί να επιβαρύνει το εξωτερικό ισοζύγιο χωρίς να δημιουργήσει αντίστοιχη εγχώρια προστιθέμενη αξία. Γι’ αυτό η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να αποτελεί το δεύτερο ή τρίτο κεφάλαιο του σχεδίου. Πρέπει να προηγείται χρονικά και χρηματοδοτικά.

Yπάρχει σχέδιο, αλλά όχι ακόμη δημοσιονομική απόδειξη

Το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι ένα ασύνδετο άθροισμα παροχών. Διαθέτει συνεκτικό πολιτικό προσανατολισμό: αναδιανομή του φορολογικού βάρους, αποκατάσταση εισοδημάτων, ενίσχυση δημόσιων υπηρεσιών, στεγαστική πολιτική και αναπτυξιακή προετοιμασία για τη μετά-RRF εποχή. Πολλές από τις ανάγκες στις οποίες απαντά είναι πραγματικές και πιεστικές.

Δεν είναι, όμως, ακόμη αποδεδειγμένα πλήρως κοστολογημένο. Υπάρχει κενό ανάμεσα στην πολιτική εξαγγελία και στη δημοσιονομική απόδειξη. Η κυβερνητική εκτίμηση των 13 δισ. διογκώνεται επειδή αναμειγνύει μόνιμες και εφάπαξ επιβαρύνσεις. Η εκτίμηση των 7,39 δισ. παραμένει ανεπαρκής επειδή δεν συνοδεύεται από πλήρες χρονοδιάγραμμα, χρηματοδοτική αρχιτεκτονική και αποτύπωση στον ευρωπαϊκό κανόνα καθαρών δαπανών.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει το δίλημμα “σταθερότητα ή ακάλυπτες υποσχέσεις”. Το ΠΑΣΟΚ μεταφέρει τη συζήτηση στην αξιοπιστία της προηγούμενης διακυβέρνησης Τσίπρα. Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να αποδείξει ότι δημοσιονομική πειθαρχία και διαφορετική κοινωνική κατανομή μπορούν να συνυπάρξουν.

Αν ένας ανεξάρτητος θεσμός επιβεβαιώσει ότι οι αριθμοί βγαίνουν, η πολιτική συζήτηση αλλάζει ριζικά: από το “πού θα βρείτε τα λεφτά;” περνά στο “αφού υπάρχουν, γιατί επιλέγετε να τα διαθέσετε αλλού;”. Αν, αντίθετα, η κοστολόγηση αποδειχθεί ανεπαρκής, ο Αλέξης Τσίπρας θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπος με το ζήτημα αξιοπιστίας που τον ακολουθεί από το 2015.

Γι’ αυτό η ΕΛ.Α.Σ. δεν πρέπει απλώς να αποδεχθεί την ανεξάρτητη κοστολόγηση. Πρέπει να την απαιτήσει. Διότι το ερώτημα πλέον είναι καθαρό: 7,39 δισ.; 13 δισ.; Ή κάτι ανάμεσα; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με συνθήματα. Είναι ζήτημα αριθμητικής και πολιτικής ειλικρίνειας.

Η μόνη καθαρή λύση λοιπόν είναι η κατάθεση ολόκληρου του προγράμματος στο ανεξάρτητο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο για επίσημη κοστολόγηση. Μια τέτοια κίνηση δεν θα αποδυνάμωνε την ΕΛ.Α.Σ. Aντιθέτως θα ήταν η ισχυρότερη δυνατή απόδειξη ότι δεν φοβάται τον έλεγχο των αριθμών ή μήπως τον φοβάται ;


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook