Όταν ο τραπεζίτης μιλά για τα «κόκκινα» δάνεια και ξεχνά τον καθρέφτη

Υπάρχουν στιγμές που η δημόσια συζήτηση αγγίζει τα όρια της ιστορικής αμνησίας. Μία από αυτές είναι όταν πρωταγωνιστές μιας ολόκληρης εποχής εμφανίζονται ως ουδέτεροι παρατηρητές των γεγονότων που οι ίδιοι συνέβαλαν να διαμορφωθούν.
Οι συγκεκριμένες θέσεις περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του πρώην προέδρου της Τράπεζας Πειραιώς, Μιχάλη Σάλλα, με τίτλο «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα», αποσπάσματα του οποίου προδημοσίευσε τις προηγούμενες ημέρες η Ναυτεμπορική. Στο σχετικό απόσπασμα ο πρώην τραπεζίτης αναφέρεται εκτενώς στη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχασε την ευκαιρία να υιοθετήσει εγκαίρως το μοντέλο αγοράς και επαναμίσθωσης της πρώτης κατοικίας, το οποίο,-κατά την άποψή του-,θα μπορούσε να περιορίσει τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της κρίσης. Παράλληλα καταγράφει τις δικές του εκτιμήσεις για τις πολιτικές επιλογές που ακολουθήθηκαν την περίοδο των μνημονίων και για τους λόγους που οδήγησαν στη γιγάντωση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι καταθέτει την άποψή του. Το πρόβλημα είναι ότι η αφήγηση ξεκινά από τη μέση της ιστορίας και όχι από την αρχή της. Γιατί τα «κόκκινα» δάνεια δεν γεννήθηκαν το 2010. Δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά με το πρώτο μνημόνιο. Δεν τα δημιούργησε αποκλειστικά η ύφεση Γεννήθηκαν πολύ νωρίτερα.
Γεννήθηκαν την εποχή που οι τράπεζες ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποια θα χορηγήσει περισσότερα δάνεια. Την εποχή που καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά και επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις μοιράζονταν με πρωτοφανή ευκολία. Την εποχή που η τραπεζική αγορά λειτουργούσε με την πεποίθηση ότι οι τιμές των ακινήτων θα ανεβαίνουν για πάντα και ότι η ανάπτυξη δεν θα τελειώσει ποτέ.
Η αλήθεια είναι σκληρή. Χωρίς την επιθετική πολιτική δανεισμού των τραπεζών, η κρίση δεν θα είχε μετατραπεί σε βουνό ιδιωτικού χρέους.Κι όμως, σε πολλές από τις σημερινές αναλύσεις, οι τράπεζες εμφανίζονται περίπου ως θύματα των εξελίξεων και όχι ως μέρος του προβλήματος.
Είναι εντυπωσιακό ότι κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τα «κόκκινα» δάνεια, γίνεται εκτενής αναφορά στα λάθη των κυβερνήσεων, στις καθυστερήσεις των θεσμών, στις αστοχίες της δημόσιας διοίκησης και στους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Σπανίως όμως ακούγεται η λέξη «αυτοκριτική».
Ποιος ενθάρρυνε τον υπερδανεισμό; Ποιος αξιολογούσε την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών; Ποιος χορηγούσε δάνεια που αργότερα αποδείχθηκαν αδύνατο να εξυπηρετηθούν; Ποιος συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία της φούσκας του ιδιωτικού χρέους;
Οι απαντήσεις δεν βρίσκονται μόνο στα υπουργικά γραφεία. Βρίσκονται και στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών.
Η μεγαλύτερη κοινωνική πληγή της τελευταίας δεκαπενταετίας δεν ήταν μόνο τα «κόκκινα» δάνεια. Ήταν η αίσθηση αδικίας που γεννήθηκε γύρω από αυτά. Οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ άμεσης και έμμεσης δημόσιας στήριξης. Οι πολίτες κλήθηκαν να πληρώσουν το κόστος της διάσωσης ενός συστήματος που θεωρήθηκε «πολύ μεγάλο για να καταρρεύσει» .Όταν όμως ήρθε η σειρά των νοικοκυριών να ζητήσουν προστασία, η συζήτηση άλλαξε. ότε κυριάρχησαν οι έννοιες του «ηθικού κινδύνου», της «κουλτούρας πληρωμών» και των «στρατηγικών κακοπληρωτών».
Λες και η Ελλάδα της περιόδου 2010-2018 ήταν μια χώρα γεμάτη πονηρούς δανειολήπτες και όχι μια κοινωνία που είδε τα εισοδήματά της να καταρρέουν, την ανεργία να εκτινάσσεται και εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις να κλείνουν. Η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότεροι δανειολήπτες δεν σταμάτησαν να πληρώνουν επειδή δεν ήθελαν. Σταμάτησαν επειδή δεν μπορούσαν Ο κ. Σάλλας υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχασε μια σημαντική ευκαιρία όταν δεν υιοθέτησε νωρίτερα το μοντέλο αγοράς και επαναμίσθωσης της πρώτης κατοικίας. Ίσως να έχει δίκιο.
Όμως το ερώτημα παραμένει. Γιατί η συζήτηση ξεκινά από το τι δεν έκανε το κράτος και όχι από το τι δεν έκαναν οι τράπεζες; Γιατί δεν προχώρησαν νωρίτερα σε γενναίες αναδιαρθρώσεις; Γιατί δεν εξετάστηκαν λύσεις πραγματικών κουρεμάτων βάσει της νέας αξίας των ακινήτων;Γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε σε μαζικές μεταβιβάσεις δανείων σε funds και σε χιλιάδες πλειστηριασμούς για να αναζητηθούν εναλλακτικές λύσεις;
Η αίσθηση που μένει είναι ότι για χρόνια το τραπεζικό σύστημα επέλεξε να μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον, μέχρι να έρθει η στιγμή που η διαχείριση θα περάσει σε τρίτους.
Ακόμη πιο παράδοξο είναι ότι σήμερα πολλοί από όσους πρωταγωνίστησαν στο τραπεζικό σύστημα συζητούν για τις συνέπειες των funds και των πλειστηριασμών, χωρίς να αναγνωρίζουν ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε οδήγησε ακριβώς εκεί.
Εκατοντάδες χιλιάδες δάνεια μεταβιβάστηκαν σε επενδυτικά σχήματα σε τιμές πολύ χαμηλότερες από την ονομαστική τους αξία. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες δανειολήπτες δεν είχαν ποτέ τη δυνατότητα να εξαγοράσουν τα δικά τους δάνεια με τους ίδιους όρους που τα αγόρασαν τα funds.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κοινωνικό παράδοξο της κρίσης. Το τραπεζικό σύστημα και η πολιτεία αποδέχθηκαν ότι ένα δάνειο μπορούσε να πουληθεί με τεράστιο discount σε ένα fund, αλλά όχι ότι ο ίδιος ο πολίτης θα μπορούσε να επωφεληθεί από μια αντίστοιχη λύση.
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά την κρίση. Έχασε πάνω από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι μετανάστευσαν. Μισθοί και συντάξεις συρρικνώθηκαν. Χιλιάδες οικογένειες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο απώλειας της κατοικίας τους.
Σε αυτή την ιστορία υπάρχουν πολλές ευθύνες. Υπάρχουν ευθύνες κυβερνήσεων. Υπάρχουν ευθύνες ευρωπαϊκών θεσμών. Υπάρχουν ευθύνες δανειοληπτών που εκμεταλλεύτηκαν κενά του συστήματος Υπάρχουν όμως και ευθύνες τραπεζών.
Και όσο οι συζητήσεις για τα «κόκκινα» δάνεια γίνονται χωρίς να αναγνωρίζεται με ειλικρίνεια αυτό το κομμάτι της αλήθειας, η κοινωνία θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με δυσπιστία όσους επιχειρούν να εξηγήσουν το παρελθόν.
Γιατί η ιστορία δεν ξαναγράφεται. Και όταν ένας από τους πρωταγωνιστές της επιχειρεί να την αφηγηθεί χωρίς να κοιτάξει πρώτα στον καθρέφτη, το αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με απολογία χωρίς ανάληψη ευθύνης παρά με πραγματική αυτοκριτική.