Όταν η Δικαιοσύνη δεν τους βολεύει, ανακαλύπτουν ξαφνικά τη διαφθορά

Μας είχαν ζαλίσει τόσα χρόνια με τον σεβασμό στη Δικαιοσύνη.
Να μη μιλάμε. Να μην αμφισβητούμε. Να μη σχολιάζουμε τις αποφάσεις των δικαστών. Όποιος τολμούσε να θέσει ερωτήματα για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης βαφτιζόταν αυτομάτως υπονομευτής των θεσμών.
Και ξαφνικά, τι θαύμα…Ένας αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ανακάλυψε «φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη»!
Όχι για τις υποκλοπές. Όχι για τις σκιές που εξακολουθούν να βαραίνουν τη διερεύνηση μεγάλων σκανδάλων. Όχι για τις υποθέσεις που έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Αλλά επειδή δικαστές τόλμησαν να διαφωνήσουν με τη δική του εισαγγελική πρόταση.
Και ποιος είναι ο εισαγγελέας;
Ο Βασίλης Φλωρίδης. Αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη.
Και ποια υπόθεση τον έκανε να ανακαλύψει ξαφνικά τη διαφθορά;
Μια ποινική υπόθεση στην οποία εμπλέκεται, μεταξύ άλλων, ο γιος του υπουργού Τάκη Θεοδωρικάκου!
Τρεις υπουργικές ιδιότητες και συγγένειες στο κάδρο μιας δικαστικής υπόθεσης και κατά τα άλλα, όλα απολύτως φυσιολογικά.
-Η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη…αρκεί να συμφωνείς μαζί τους-
Ο Βασίλης Φλωρίδης εισηγήθηκε την αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο δεν υιοθέτησε την πρότασή του.
Αντί να περιοριστεί στη θεσμική διαφωνία, επέλεξε να δημοσιεύσει άρθρο στην «Καθημερινή», καταγγέλλοντας φαινόμενα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη.
Δηλαδή, όταν ένας πολίτης αμφισβητεί μια δικαστική απόφαση, υπονομεύει τους θεσμούς. Όταν όμως ένας ανώτατος εισαγγελέας αμφισβητεί την κρίση συναδέλφων του, επειδή δεν υιοθέτησαν τη δική του πρόταση, υπερασπίζεται τη νομιμότητα.Μάλιστα…
Τόση θεσμική υποκρισία δύσκολα χωράει ακόμη και στα ελληνικά δεδομένα.
-Η συγγένεια είναι απλώς μια ασήμαντη λεπτομέρεια-
Το εξοργιστικότερο είναι ότι ο ίδιος ο Βασίλης Φλωρίδης είχε υποστηρίξει δημόσια το 2016 πως δικαστικοί λειτουργοί με συγγενείς που δραστηριοποιούνται στην πολιτική πρέπει να απέχουν από υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα.Ακόμη κι αν είναι οι εντιμότεροι όλων μας έλεγε.
Δέκα χρόνια αργότερα, ο αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης χειρίζεται υπόθεση που αφορά τον γιο άλλου υπουργού.
Και όχι μόνο δεν φαίνεται να θεωρεί προβληματική τη δική του συμμετοχή, αλλά καταγγέλλει δημοσίως εκείνους που έκριναν διαφορετικά.
Τι άλλαξε, κύριε Φλωρίδη; Οι αρχές σας ή οι συγγενικές και πολιτικές ιδιότητες των εμπλεκομένων;
Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί μεροληψία για να ανακύψει σοβαρό θεσμικό ζήτημα. Αρκεί η εύλογη αμφιβολία για την αμεροληψία, την οποία ο ίδιος αναγνώριζε ως πρόβλημα πριν από δέκα χρόνια.
-Στις υποκλοπές δεν είδαν ίχνος διαφθοράς-
Πού ήταν αυτή η εκρηκτική ευαισθησία όταν αρχειοθετήθηκε το σκέλος της υπόθεσης των υποκλοπών που αφορούσε κρατικούς λειτουργούς;
Πού ήταν όταν οι αποκαλύψεις για το Predator και την παρακολούθηση πολιτικών, δημοσιογράφων και άλλων προσώπων προκαλούσαν σοβαρότατα ερωτήματα για τη δικαστική διερεύνηση;
Πού ήταν όταν η κοινωνία απαιτούσε απαντήσεις για τα Τέμπη και τη λειτουργία των θεσμών;
Δεν θυμόμαστε αντίστοιχες δημόσιες παρεμβάσεις του συγκεκριμένου εισαγγελικού λειτουργού.
Τόσα χρόνια σιωπής απέναντι σε υποθέσεις που συγκλόνισαν τη χώρα. Και ξαφνικά, η διαφθορά ανακαλύφθηκε όταν απορρίφθηκε η δική του εισαγγελική πρόταση σε υπόθεση με κυβερνητικές συγγένειες.
Πόσο βολική μπορεί να γίνει τελικά η θεσμική ευαισθησία;
-Το πρόβλημα δεν είναι ένας εισαγγελέας,είναι το σύστημα εξουσίας-
Η αντίδραση του Αρείου Πάγου και των δικαστικών ενώσεων απέδειξε ότι η δημόσια παρέμβαση Φλωρίδη δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη.
Αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Είναι η αντίληψη ότι οι θεσμοί πρέπει να μένουν στο απυρόβλητο όταν ελέγχονται οι ισχυροί, αλλά μπορούν να καταγγέλλονται ακόμη και από τους ίδιους τους λειτουργούς τους όταν οι αποφάσεις δεν είναι αρεστές.
Είναι η αντίληψη ότι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αποτελεί υποχρέωση των πολιτών να σιωπούν, όχι υποχρέωση της εξουσίας να λογοδοτεί.
Και είναι, τελικά, η βαθιά πολιτική υποκρισία μιας κυβέρνησης που επικαλείται διαρκώς το κύρος των θεσμών, αλλά καλείται τώρα να απαντήσει για μια υπόθεση στην οποία συναντώνται οι συγγενικές σχέσεις δύο υπουργών με τη λειτουργία της ανώτατης Δικαιοσύνης.
Ας τελειώνουμε, λοιπόν, με τα μαθήματα θεσμικής ευπρέπειας από εκείνους που θυμούνται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης μόνο όταν τους συμφέρει.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Ούτε της κυβέρνησης ούτε των δικαστικών λειτουργών.
Ανήκει στους πολίτες και οφείλει να τους αντιμετωπίζει όλους ως ίσους.
Γιατί το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι ένας εισαγγελέας διαφώνησε με δικαστές.
Είναι ότι κάποιοι απαιτούν από μια ολόκληρη κοινωνία να σιωπά μπροστά στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, αλλά όταν μια απόφαση δεν τους αρέσει, είναι οι πρώτοι που ανακαλύπτουν τη διαφθορά.
Τελικά, δεν τους ενοχλεί η αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης. Τους ενοχλεί ποιος την αμφισβητεί και, κυρίως, ποιον αφορά η απόφασή της.
Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή θεσμικής υποκρισίας: να απαιτείς σεβασμό στους θεσμούς, αλλά να τους σέβεσαι μόνο όταν σε βολεύουν.