Tipping Point: H διαφθορά είναι πλέον το καθεστώς

Το Tipping Point της Ελλάδας έχει ήδη συμβεί. Ακόμη κι αν αύριο αναλάμβαναν έντιμοι και ικανοί άνθρωποι, θα έβρισκαν απέναντί τους ένα βαθιά ριζωμένο σύστημα συμφερόντων, πελατειακών δικτύων και οικονομικών εξαρτήσεων, που επιβιώνει πέρα από κυβερνήσεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρει βαρύτατη πολιτική ευθύνη, αλλά το πρόβλημα δεν γεννήθηκε το 2019 ούτε θα εξαφανιστεί με την επόμενη εκλογική αλλαγή. Δεν αρκεί να αλλάξει μια κυβέρνηση. Πρέπει να ξηλωθεί το σύστημα που τους ξεπερνά και επιβιώνει πίσω τους.
Επομένως το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι έχουμε διαφθορά. Είναι ότι η διαφθορά έχει πάψει να αποτελεί εξαίρεση και έχει μετατραπεί σε μηχανισμό λειτουργίας του ίδιου του κράτους.
Δεν βρισκόμαστε πλέον μπροστά στον κίνδυνο να συμβεί αυτό. Έχει ήδη συμβεί. Και το χειρότερο; Έχουμε αρχίσει να το θεωρούμε φυσιολογικό.
Στα οικονομικά και στην ανάλυση σύνθετων κοινωνικών συστημάτων υπάρχει ένας όρος: tipping point. Το κρίσιμο σημείο καμπής, πέρα από το οποίο ένα σύστημα αλλάζει κατάσταση και η επιστροφή στην προηγούμενη γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.
Η δική μου εκτίμηση είναι ότι η Ελλάδα έχει ήδη περάσει αυτό το σημείο. Όχι επειδή όλοι είναι διεφθαρμένοι. Αλλά επειδή η διαφθορά έχει αποκτήσει τέτοια διείσδυση στους μηχανισμούς εξουσίας, ώστε ακόμη και μια έντιμη κυβέρνηση θα δυσκολευόταν να την αντιμετωπίσει χωρίς να συγκρουστεί με ολόκληρο το σύστημα που τη συντηρεί.
-Όταν η διαφθορά δεν κρύβεται, αλλά κυβερνά-
Ας σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε σκάνδαλο σαν ένα μεμονωμένο περιστατικό .Οι υποκλοπές, με τις παρακολουθήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων και στρατιωτικών και τα αναπάντητα ερωτήματα για τις πολιτικές ευθύνες.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ, με τις έρευνες για ένα σύστημα αγροτικών επιδοτήσεων που μετατράπηκε σε πεδίο καταγγελιών για καταχρήσεις και πελατειακές πρακτικές. Τα δημόσια έργα, με τις διαρκείς παρατάσεις, τις υπέρογκες αποζημιώσεις και τις συμβάσεις που γεννούν σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση δισεκατομμυρίων. Οι εταιρίες που κλέβουν κρατικά έσοδα και έχουν συνεργάτες κρατικούς υπαλλήλους.
Ακόμη και η υπόθεση Φλωρίδη. Ένας αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης, καταγγέλλει δημόσια «φλέβα διαφθοράς» επειδή δικαστές δεν υιοθέτησαν τη δική του εισαγγελική πρόταση σε υπόθεση που αφορά, μεταξύ άλλων, τον γιο άλλου υπουργού.
Δεν ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι υποθέσεις συνιστούν αποδεδειγμένα περιστατικά διαφθοράς. Αποτυπώνουν, όμως, μια βαθιά θεσμική κρίση. Και το πολιτικό συμπέρασμα είναι αμείλικτο.
Δεν έχουμε απλώς ένα κράτος μέσα στο οποίο εμφανίζονται φαινόμενα διαφθοράς. Έχουμε ένα σύστημα εξουσίας που έχει μάθει να συνυπάρχει μαζί τους.
-Το πελατειακό κράτος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο-
Σε μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα, ο επιχειρηματίας επενδύει γνωρίζοντας ότι υπάρχουν κανόνες, διαφανείς διαδικασίες και ανεξάρτητοι ελεγκτικοί μηχανισμοί.
Στην Ελλάδα, πολλές φορές το σημαντικότερο εφόδιο δεν είναι η επιχειρηματική ιδέα, αλλά η πρόσβαση στην εξουσία. Ποιον υπουργό γνωρίζεις; Ποιος μπορεί να ξεμπλοκάρει την άδεια; Ποιος θα επιταχύνει τη χρηματοδότηση; Ποιος θα παρέμβει για να λυθεί ένα πρόβλημα;
Και εμείς χειροκροτούμε τον υπουργό που παρεμβαίνει προσωπικά, αντί να αναρωτιόμαστε γιατί το κράτος δεν λειτουργεί χωρίς αυτόν.
Όταν χρειάζεσαι πολιτικό προστάτη για να κάνεις τη δουλειά σου, δεν έχεις κράτος δικαίου. Έχεις κράτος εξαρτήσεων. Αυτό το μοντέλο δεν ευνοεί τον καλύτερο. Ευνοεί τον πιο δικτυωμένο. Δεν επιβραβεύει την καινοτομία. Επιβραβεύει την πρόσβαση.Δεν προσελκύει την υγιή επιχειρηματικότητα. Την αποθαρρύνει, γιατί κανένας σοβαρός επενδυτής δεν θέλει να εξαρτάται από το ποιος υπουργός θα βρίσκεται αύριο στην εξουσία.
-Η μεγαλύτερη ήττα είναι ότι συνηθίσαμε-
Η πραγματική καταστροφή δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι κοινωνική και ηθική.Ο πολίτης που πιστεύει ότι ο ισχυρός απολαμβάνει διαφορετική μεταχείριση παύει να εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη. Ο επαγγελματίας που βλέπει τον ανταγωνιστή του να ευνοείται λόγω πολιτικών διασυνδέσεων παύει να πιστεύει στην αξιοκρατία. Ο νέος που διαπιστώνει ότι οι γνωριμίες μετρούν περισσότερο από τις ικανότητες αναζητά το μέλλον του αλλού.
Και η κοινωνία που βλέπει καθημερινά τη διαφθορά χωρίς να εκπλήσσεται έχει ήδη υποστεί τη βαθύτερη ήττα.Έχει αποδεχθεί ότι οι κανόνες δεν είναι ίδιοι για όλους. Αυτό ακριβώς σημαίνει, κατά την εκτίμησή μου, ότι έχουμε περάσει το κρίσιμο σημείο. Η διαφθορά δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλλεται μόνο από πάνω. Αναπαράγεται μέσα από τις εξαρτήσεις, τον φόβο, την ανοχή και την πεποίθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει.
-Δεν αρκεί πλέον να φύγει μια κυβέρνηση-
Ακόμη κι αν αύριο αναλάμβανε τη διακυβέρνηση μια ομάδα απολύτως έντιμων, ικανών και αποφασισμένων ανθρώπων, θα βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα βαθιά ριζωμένο σύστημα συμφερόντων.
Με μηχανισμούς που έχουν μάθει να επιβιώνουν ανεξάρτητα από κυβερνήσεις. Με οικονομικές εξαρτήσεις, πελατειακά δίκτυα, θεσμικές αδυναμίες και μια διοίκηση που συχνά λειτουργεί περισσότερο με προσωπικές παρεμβάσεις παρά με απρόσωπους κανόνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή είναι αδύνατη. Σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι επιφανειακή.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρει βαρύτατη πολιτική ευθύνη για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη διάρκεια της διακυβέρνησής της. Αλλά το πρόβλημα δεν γεννήθηκε το 2019 ούτε πρόκειται να εξαφανιστεί αυτομάτως την επομένη των εκλογών.
Η αλλαγή κυβέρνησης είναι αναγκαία πολιτική επιλογή για όσους απορρίπτουν αυτό το μοντέλο. Δεν είναι όμως από μόνη της θεραπεία.
Χρειάζεται ρήξη με το πελατειακό κράτος, πραγματική ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών, διαφάνεια στο δημόσιο χρήμα και σύγκρουση με τα συμφέροντα που έχουν μετατρέψει τη δημόσια εξουσία σε εργαλείο ιδιωτικού οφέλους.
Γιατί αυτό που έχει συμβεί στην Ελλάδα είναι πολύ σοβαρότερο από μια σειρά σκανδάλων. Η διαφθορά έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά καθεστώτος.
Και όταν ένα καθεστώς διαφθοράς εδραιώνεται, δεν φοβάται τόσο τις αποκαλύψεις. Έχει μάθει να τις απορροφά. Δεν φοβάται την κοινωνική αγανάκτηση. Περιμένει να ξεθυμάνει. Δεν φοβάται ούτε τις εκλογές. Έχει δημιουργήσει μηχανισμούς επιβίωσης πέρα από τα πρόσωπα.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος θα κυβερνήσει την Ελλάδα μετά τον Μητσοτάκη. Είναι αν η επόμενη κυβέρνηση θα έχει τη βούληση και τη δύναμη να συγκρουστεί με ένα σύστημα που έχει μάθει να κυβερνά ακόμη κι όταν αλλάζουν οι κυβερνήσεις.
Γιατί το σημείο χωρίς επιστροφή δεν βρίσκεται μπροστά μας. Το έχουμε ήδη περάσει.
Και τώρα η επιλογή είναι μία: Ή θα ξηλώσουμε το σύστημα της διαφθοράς ή θα συνεχίσουμε να αλλάζουμε κυβερνήσεις, αφήνοντας την πραγματική εξουσία στα ίδια χέρια.

Σημ: Η φωτογραφία του άρθρου προέρχεται από το Documento και φέρεται να αποτυπώνει τις πληρωμές του δικτύου ¨Το χωριάτικο¨ σε 25 στελέχη και ελεγκτές της ΑΑΔΕ για τις …υπηρεσίες τους προς το κύκλωμα.